Monday, May 21, 2018

Το “αλητόπαιδο του Θεού” ( Ἅγιος Πορφύριος )

 
(στιγμιότυπα από τη ζωή του αγίου Πορφυρίου, ειδικά για μαθητές) 

Καθόταν σ΄ένα πάγκο στο αριστερό μέρος του καραβιού της γραμμής Πειραιάς-Θεσσαλονίκη-‘Άγιον Όρος. Κοίταζε το πέλαγος, τους γλάρους, τά κύματα το αγόρι με τά μπαλωμένα ρούχα.

Οι ναύτες του ζήτησαν εισιτήριο. Δέν είχε. Τον μάλωσαν. Εφτασε μεσημέρι. Στο κατάστρωμα είχαν καθίσει παρέες και έτρωγαν. Μιά κυρία πλησιάζει το χωριατόπαιδο καί του προσφέρει ένα κομμάτι ψωμί καί πάνω μαριδούλες τηγανητές. Γυρίζοντας λέει σχεδόν δυνατά:

-Τέτοια παιδιά, άλητόπαιδα, δεν πρέπει να τα κοιτάζει κανείς… αλλά τι νά κάνουμε…είμαστε καί άνθρωποι!

Το φτωχό αγόρι, όταν άκουσε την λέξη “αλητόπαιδο”, σκέφτηκε:





-Όντως αλητόπαιδο είμαι. Έγινα αλήτης της αγάπης του Θεού, είπε και χάρηκε μέσα στην ψυχούλα του.

-Χριστέ μου σώσε με, οδήγησέ με, προσευχόταν μυστικά.

Το όνομά του, Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης.

Μικρός έβοσκε τα πρόβατα στο χωριό του στην Εύβοια και τον φώναζαν Άγγελο. Άγγελο καί στό μεγάλο κατάστημα στη Χαλκίδα πού δούλευε, εφτά χρονών παιδάκι, καί ύστερα στό μπακάλικο του συγγενή του στον Πει­ραιά. Είχε πάει καί στην πρώτη Δημοτι­κού καί ήξερε νά συλλαβίζει. Διάβασε συλλαβιστά τό βίο του αγίου Ιωάννου τού Καλυβίτη, πού έπεσε στά χέρια του, καί άναψε μέσα του ή επιθυμία νά ακο­λουθήσει τήν αγγελική πολιτεία. “Εγινε μοναχός. “Οταν στά εικοσιένα του χει­ροτονήθηκε πρεσβύτερος, πήρε τό όνομα Πορφύριος.

Τό «άλητόπαιδο του Θεού» αναδείχ­θηκε σέ μιά άπό τις μεγαλύτερες όσιακές μορφές τής εποχής μας. Είναι ό Γέροντας Πορφύριος, ό διορατικός, ό στοργικός πνευματικός ό Γέροντας τοΰ πόνου καί τής αγάπης, όπως τόν ονόμασαν, πού ή Εκκλησία μας τόν κατέταξε στους αγίους της καί τιμά τή μνήμη του στίς 2 Δεκεμβρίου. Δώδεκα χρονών, οδηγημένος άπό τήν αγάπη του Χρίστου, ύστερα άπό περιπέτειες καί πισωγυρίσματα έφτασε γιά πρώτη φορά στό ‘Άγιον Όρος στα Καυσοκαλύβια. Μικρός και σχεδόν αγράμματος.

************

Ξέρεις να διαβάζεις; τόν ρώτησε ό παπα- Ίωαννίκιος.

-“Ε, λίγο ξέρω, απάντησε καί άρχισε νά διαβάζει ντροπαλά τόν πρώτο ψαλμό:

–Μα…μα…κά…κά…ρι…ρι…ος άνήρ…

-Καλά, παιδί μου, άσε νά διαβάσω έγώ, καί άλλη μέρα διαβάζεις έσύ. «Μα­κάριος άνήρ, ός ούκ έπορεύθη έν βουλή άσεβων…».

«Πρέπει νά μάθω νά διαβάζω», είπε μέσα του ό έφηβος ασκητής, «νά ξεστρίψει ή γλώσσα μου».

Έβαλε τά δυνατά του. Όταν έβρισκε λίγο χρόνο, διάβαζε. Καί τή νύχτα. Κι έμαθε τό ψαλτήρι άπ’ έξω. Αργότερα έμαθε καί τό κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο καί τό κατά Ίωάννην καί τήν επιστολή του Ιακώβου καί τους Κανόνες.



Τόν Γέροντα τόν χαρακτήριζε μεγάλη φιλομάθεια, σέ όλα, σέ όλη τή ζωή του.

«”Ηθελα όλα νά τά μαθαίνω μέχρι τό βάθος καί τό πλάτος… νά μάθω καί τίς λεπτομέρειες. Ήμουνα πολύ επιμελής», έλεγε.

Στά Καυσοκαλύβια τό εργόχειρο του ήταν τά ξυλόγλυπτα.

«Ό,τι λέγανε οι Γέροντες μου τό ξανασκεφτόμουν καί τό μάθαινα σάν μά­θημα…το βράδυ που έπεφτα να κοιμηθώ, νοερώς έλεγα το μάθημα: παίρνουμε το ξύλο, το κόβουμε, το βάζουμε στο νερό να μουσκέψει…μετά…,όλο τό εργόχειρο σκεπτόμουν μέ τό μυαλό, γιά νά μήν ξεχάσω τό παραμι­κρό», έλεγε μέ ενθουσιασμό!

**************

Αργότερα ό Γέροντας βρέθηκε «αντί γιά τήν έρημο τοΰ Άγιου Όρους, στην έρημο τής Όμόνοιας», όπως έλεγε, στην καρδιά τής Αθήνας, όπου, γιά τριαντατρία χρόνια, υπηρέτησε τους πονεμέ­νους αδελφούς, ώς εφημέριος στον άγιο Γεράσιμο τής Πολυκλινικής Αθηνών.

«Έκεί ερχόντουσαν κι έψαλλαν άνθρωποι επιστήμονες… καί ή χορωδία του Βασιλικού Θεάτρου…, ήταν όμως δύσκολο νά συμβαδίσω μέ τους ήχους. Γι’ αυτό επήγα στό Ώδείο…, μάθαινα μουσικά μέ επιμονή καί ζήλο… γιά νά διευκολύνω τους ψάλτες… νά παίρνω καλά τή βάση. Δεν ήθελα νά στενοχωρώ τή χορωδία».

*************

Ήθελε νά μάθει και αρμόνιο, αλλά δεν είχε τό Ώδείο. “Αρχισε λοιπόν πιάνο με μιά δασκάλα «αγιότατη», όπως τή χα­ρακτήριζε ό Γέροντας.

«Ήθελα όμως κι αυτή νά μήν τή στε­νοχωρώ γιά τά μαθήματα. Όταν τό βράδυ έκανα την ταπεινή μου προ­σευχή, μετά ώσπου νά κοιμηθώ έβαζα τά χέρια μου σάν σέ πιάνο καί έκανα τό μάθημα: ντό-σί-λά-σόλ-σόλ-σόλ-μί… γιά νά μή στενοχωρώ τή δασκάλα μου…».

************

Μιά Κυριακή περνούσε έξω άπ’ τό Αρχαιολογικό Μουσείο. Είχε λίγο χρόνο. Μπήκε. Πλησίασε ένα γκρουπ μπροστά στό άγαλμα του Δία πού έριχνε κεραυνό στους ανθρώπους. “Ακουγε τήν ξενά­γηση μέ ενδιαφέρον.

-Έσείς τί λέτε, παπούλη; ρώτησε τόν Γέροντα ή ξεναγός.

-Έγώ δεν ξέρω άπ’ αυτά… Μόνο έτσι όπως τό βλέπω, θαυμάζω τό έργο του καλλιτέχνη, αλλά καί τό πλάσμα του Θεού, πού τόσο τέλεια τό δημιούργησε.

Ό καλλιτέχνης πού τό έφτιαξε είχε με­γάλη αίσθηση του θείου. Βλέπετε τόν Δία; Ένώ ρίχνει τόν κεραυνό στους ανθρώπους, τό πρόσωπο του είναι γα­ λήνιο. Δέν είναι οργισμένος. Εΐναι απα­θής.

Εύχαριστήθηκε η ξεναγός με την απάντηση και όλο το γκρουπ.

-Τι μας λέει αυτό; συνέχισε ο Γέροντας. Ότι ο Θεός δεν έχει πάθος και όταν ακόμα μας τιμωρεί.

************

Ή ανάγκη γιά όσο τό δυνατόν περισ­σότερη κατανόηση καί συμπαράσταση στους άρρωστους της Πολυκλινικής καί ή φιλομάθεια πού είχε άπό μικρός γιά όλα, τόν οδήγησαν στην Ιατρική Σχολή. Παρακολούθησε γιά ενα διάστημα πα­ραδόσεις στή Σχολή καί αγόρασε βιβλία της Ιατρικής ανατομίας, φυσιολογίας κ.α, γιά νά μελετήσει.

***********



Οι μαθητές ήθελε νά ενθαρρύνονται μέ τίς έξης προτροπές:

«Παιδιά, νά είστε ξύπνιοι γιά τη μόρ­φωση, γιά τό καλό, γιά τήν αγάπη. Μόνο ή αγάπη τά κάνει όλα όμορφα καί γεμίζει ή ζωή μας καί αποκτάει νόημα. Ό κακός εαυτός θέλει τήν τεμπελιά, τήν αδιαφο­ρία. Άλλ’ αυτό κάνει άνοστη τή ζωή, χωρίς νόημα κι ομορφιά».

«Μέ τήν πίστη φεύγει τό άγχος».

«”Ας ανοίξουμε τά χέρια καί ας ριχτούμε στην αγκαλιά του Θεού».



https://antexoume.wordpress.com

Friday, May 18, 2018

Η μετάνοια μιάς τσιγγάνας


Εδώ και επτά χρόνια είμαι ιερέας στο παρεκκλήσι των φυλακών Προύνκου στο Κίσιβο (σ.σ.Δημοκρατία της Μολδαβίας). Επειδή παράλληλα υπηρετώ και στην ενορία μου κάνω εκεί ακολουθίες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές.

Με βοηθούν κάποιοι κρατούμενοι ως εθελοντές.Ένα από τα καθήκοντά τους είναι να προετοιμάσουν τους κρατουμένους που θα συμμετάσχουν στην Ακολουθία της επομένης ημέρας δινοντάς τους να διαβάσουν είτε το Ωρολόγιο είτε κάποιο από τα βιβλία που έχουμε στην μικρή μας βιβλιοθήκη.

Θέλω όμως να σας διηγηθώ κάτι που συνέβη το φθινόπωρο του 2008.

Οι φυλακές Προύνκου.είναι οι μοναδικές φυλακές-νοσοκομείο στο οποίο βρίσκονται και άντρες και γυναίκες. Σε ένα κελί του χειρουργικού τμήματος βρισκόνταν και η Ζαμφίρα η τσιγγάνα. Όταν ένας από τους εθελοντές πήγε στο κελί για να ρωτήσει ποιός θα συμμετείχε στην ακολουθία της επομένης ημέρας η Ζαμφίρα του είπε: «Εγώ θα έρθω αλλά δεν έχω ανάγκη τα βιβλία σου». Η Ζαμφίρα ήταν περίπου 36 ετών, όμορφή και απ’όσα είχα καταλάβει ”ελαφρών ηθών”.Ήταν στην φυλακή από τα δεκαέξι της χρόνια επειδή είχε σκοτώσει το παιδί της αλλά και γιά άλλα σοβαρά παραπτώματα.

Την επομένη λοιπόν η Ζαμφίρα ήρθε στην ακολουθία στο παρεκκλήσι. Την ημέρα εκείνη διαβάσαμε τον Ικετήριο κανόνα προς τον Ιησού Χριστό,την Παράκληση της Παναγίας και τον κανόνα της Θείας Μεταλήψεως. Η Ζαμφίρα όμως στο πίσω μέρος του ναού απαντούσε σε κάθε προσευχή κοροιδευτικά και έκανε άσχημες χειρονομίες. Φυσικά ενοχλούσε και εμένα αλλά και τους άλλους κρατουμένους οι οποίοι ήταν περίπου 35, άνδρες και γυναίκες. Κανείς δεν τολμούσε να της κάνει παρατήρηση επειδή είχε ένα κάποιο ”κύρος”στον υπόκοσμο. Παρότι ήταν 36 ετών ήταν ψηλά στην ιεραρχία κάτι που όλοι οι κρατούμενοι σέβονταν απολύτως.Έδωσε ολόκληρη παράσταση και κάποιους τους διασκέδαζε με τα αστεία της. Την άφησα ήσυχη,μόνο την ρώτησα:

«Πώς σε λένε»; «Ζαμφίρα»μου απάντησε.Της είπα να ησυχάσει. «Καλά»μου απάντησε αυτή,συνέχισε όμως τα ίδια.

Μετά την ακολουθία τους εξομολόγησα όλους. Σε μια γυναίκα – η οποία ζούσε στο ίδιο κελί με την Ζαμφίρα – είπα: «Δε μπορώ να σε κοινωνήσω τώρα. Θα κάνεις τον κανόνα που θα σου δώσω και θα έρθεις σε δύο εβδομάδες να κοινωνήσεις». Μόνο η Ζαμφίρα δεν εξομολογήθηκε.

Τότε την ρώτησα: «Εσυ θα εξομολογηθείς;

-Όχι δεν θα εξομολογηθώ, γιατί αν θα εξομολογηθώ θα σου πέσουν οι τρίχες από την μύτη.(σ.σ.αργκώ των φυλακισμένων).

-Τότε γιατί ήρθες στην εκκλησία αφού ούτε εξομολογείσαι, ούτε προσεύχεσαι, ούτε ακούς την ακολουθία.Ήρθες για βόλτα;

-Όχι ήρθα για να δω πόσο όμορφος είσαι.

Σε όλα απαντούσε πολύ απότομα. Τότε είπα : «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου»

Μετά από δύο εβδομάδες έστειλα έναν εθελοντή στην γυναικα στην οποία είχα βάλει κανόνα και η οποία έμενε στο ίδιο κελί με την Ζαμφίρα, για να της θυμίσει ότι θα κοινωνήσει και να ετοιμαστεί. Πάει ο εθελοντής στο κελί και της λεει «Ο ιερέας είπε πως επειδή αύριο θα κοινωνήσετε να ετοιμαστείτε και να διαβάσετε την προσευχή προ της Θείας Μεταλήψεως» Της έδωσε ένα Ωρολόγιο και αμέσως πετάχτηκε η Ζαμφίρα,

-«Θέλω και εγώ να πάω αύριο στην εκκλησία.

-«Όχι δεν θα πας επειδή δεν κάθεσαι ήσυχη» της είπε ο εθελοντής.

-«Σε παρακαλώ, θέλω να πάω» επέμενε η Ζαμφίρα. «Δώσε μου ένα βιβλίο να διαβάσω».

Της έδωσε το Ψαλτήρι. Δεν ξέρω τι διάβασε και πόσο διάβασε αλλά την επόμενη ημέρα ήρθε και με βρήκε μια συγκρατούμενή της και μου είπε:

«Πάτερ η Ζαμφίρα δεν είναι καλά στο μυαλό της»

-«Δηλαδή,τι θέλεις να πεις»; ρώτησα εγώ.

-«Όλη νύχτα έκλαιγε. Διάβαζε και έκλαιγε. Δεν ξέρω τι διάβασε αλλά έκλαιγε πάρα πολύ.

Αφού τους εξομολόγησα όλους πήγα στην Ζαμφίρα.Ήταν γονατισμένη σε μια γωνία.Φαινόνταν κλαμμένη. Δεν έλεγε τίποτα.

-«Θέλεις να εξομολογηθείς;

-«Ναι πάτερ θα εξομολογηθώ, αλλά δεν θα εξομολογηθώ όπως όλοι οι άλλοι.

-«Πες μου πώς θέλεις».

-«Θέλω να εξομολογηθώ με δυνατή φωνή,μπροστά σε όλους.»

Και όπως στεκόμουν εγώ με το πρόσωπο προς την εικόνα του Χριστού, γύρισε προς τους άλλους κρατουμένους και άρχισε να εξομολογείται δημόσια!

Η εξομολόγηση κράτησε 45 λεπτά. Σε κάθε αμαρτία έκλαιγε, έκανε μια μετάνοια και έλεγε: «Παρακαλώ συγχωρέστε με». Αφού τελείωσε σκέφτηκα. ”Να την κοινωνήσω”; Σύμφωνα με τους κανόνες του Αγίου Βασιλείου έπρεπε να μην της επιτρέψω να κοινωνήσει για τριακόσια χρόνια με τόσο βαριές αμαρτίες που είχε κάνει.

Αυτό που κατάφερα να μάθω ήταν πως η γιαγιά της την είχε βαπτίσει όταν ήταν μικρή αλλά ποτέ δεν είχε κοινωνήσει. Συνεπώς θα ήταν η πρώτη φορά.

Δεν είχε φάει τίποτα εκείνο το πρωινό. Σκεφτόμουν τι θα έκανε ο Χριστός μετά από μια τέτοια εξομολόγηση προσευχόμενος ως εξής: «Κύριε εαν την κοινωνώ αναξίως παίρνω εγώ επάνω μου αυτήν την αμαρτία». Την κοινώνησα.Μετά την Θεία Κοινωνία έλαμπε από χαρά και έψελνε ”Αλληλούια”. Βρισκόνταν σε μια τέτοια κατάσταση χαράς που σπάνια συναντάς και σε χριστιανούς που ζουν ελευθεροί στον κόσμο.

Το βράδυ μου τηλεφώνησε ένας φύλακας: «Πάτερ,η Ζαμφίρα πέθανε»μου λέει»!

Στις 9 το βράδυ έφτασα στην φυλακή και ρώτησα μια φυλακισμένη που είχε κοινωνήσει μαζί της,τι συνέβη και μου είπε:

«Πάτερ, ήταν πολύ χαρούμενη που κοινώνησε. Από το πρωί προσευχόνταν στο Θεό, μου μιλούσε για το Θεό, για την μετάνοια, για την πίστη και την αγάπη και έκλαιγε για τις αμαρτίες της. Κατά της οκτώ το βράδυ μου λέει: «Δεν αισθάνομαι καλά,κάτι έχω».

Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε,έβαλε τα πιο καλά της ρούχα και είπε: «Εγώ θα πεθάνω τώρα, δώστε μου ένα κερί» (σ.σ.Σε άλλες ορθόδοξες χώρες όταν κάποιος ξεψυχάει πάντα κρατούν δίπλα του ένα αναμμένο κερί). Της έφεραν το κερί, γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο και πέθανε!

Την επομένη ημέρα οι γιατροί έκαναν συμβούλιο.Έπρεπε να χειρουργηθεί για κοίλη αλλά δεν έβρισκαν μια αιτία για τον ξαφνικό θάνατό της. Εγώ πιστεύω πως ο Θεός περιμένει τον καθένα να επιστρέψει κοντά Του και όταν αυτό γίνει και είναι καθαρός τότε ο Θεός κρίνει εαν θα τον πάρει δίπλα Του.

Tuesday, May 15, 2018

Το χασμουρητό στην προσευχή είναι από τους δαίμονες! ( Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης )

Διηγείται ο Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης:

«Γνώρισα έναν άνθρωπο συνετό, που όταν κατάλαβε ότι το χασμουρητό στην προσευχή είναι από τους δαίμονες, πήρε απόφαση να μη χασμουρηθεί ποτέ πια.

Μόλις το αντιλήφθηκαν τα πονηρά δαιμόνια, σήκωσαν άγριο πόλεμο εναντίον του. Όμως κι αυτός αμυνόταν μ’ εξυπνάδα και δεν έσκυβε το κεφάλι στο θέλημά τους.

Ε, τί να σου πω! Ήταν να γελάς με τους δαίμονες… Άλλος πήγαινε κι άλλος ερχόταν, πασχίζοντας με μύριους τρόπους να κάνουν τον άνθρωπο να χασμουρηθεί. Φούσκωναν, ξεφούσκωναν, ιδρωκοπούσαν, αλλά τίποτα!

Πώς να μη γελάσεις, αλήθεια, με την αδυναμία τους; Κάθε μέρα άλλαζαν βάρδια ίσαμε τριάντα δαίμονες! Και κανείς τους δεν μπόρεσε να τον νικήσει».

Σημειώνει ο βιογράφος του: Αυτά ο δίκαιος τα παρουσίαζε σαν κατορθώματα κάποιου άλλου. Εγώ όμως υποψιάζομαι πως αφορούσαν τον ίδιο, γιατί από τότε που γύρισε στο δρόμο του Θεού, κανείς δεν τον είδε να χασμουρηθεί ποτέ, αν και πολεμήθηκε σκληρά από τα πνεύματα της πονηρίας.

Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

Friday, May 11, 2018

Ένας Μοναχός, πολλές αμαρτίες, και ένας Άγιος


Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε
λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες.
Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.
Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή.
Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή
για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον
αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε
κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θύμιζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.
Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νόμιζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του
Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζει «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο.
Τελικά ποιος είναι το σκάνδαλο, ο άλλος ή εμείς; Μήπως εγώ είμαι αυτός που θέτω στον άλλο το προσωπείο που μου ταιριάζει να τον βλέπω; Μήπως γιατί φοβάμαι μην αποκαλυφθεί το δικό μου προσωπείο;
Και τελικά τι κάνουμε με το σκάνδαλο, ποιος το κουβαλά, ποιος θα «σώσει» το σκάνδαλο; Το ερώτημα είναι ουσιαστικό, γιατί το σκάνδαλο του άλλου έχει μια θεμελιακή λειτουργία: Γεμίζει τα δικά μας κενά, τα
κενά του εγωισμού μας. Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε, είναι εύκολο να γκρεμίσουμε, αλλά είναι δύσκολο να πούμε τον καλό λόγο, να δουλέψουμε για το κοινό καλό!
Υιοθετούμε επιλογές απάνθρωπες καταρχήν για τον εαυτό μας, που οδηγούν στην κάθε μορφής κρίση, η οποία δεν είναι υπόθεση ιδεολογίας, θεωρίας ή δομών, είναι πρωτίστως το αποτέλεσμα της
λειτουργίας χωρίς πραγματικό σκοπό, η είσοδος σε έναν μηχανισμό κατάρρευσης και φθοράς. Σήμερα ζούμε με μοναδική ένταση την ποιοτική απώλεια των εσωτερικών κριτήριων μιας κοινωνίας που δεν
«κοινωνεί», αλλά μόνο «επικοινωνεί» τα αδιάλειπτα κενά της.
Η «πραγματική ζωή» δεν είναι η δική μας, αλλά του αλλού. Εντούτοις οφείλουμε να αναζητήσουμε την δική μας ζωή, γιατί στην τελική Κρίση το δικό μας βιβλίο, της ζωής μας, θα είναι αδειανό.

Πηγή: Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος – Σύγχρονη Άποψη
 http://agiameteora.net/index.php/istories/5285-enas-monaxos-polles-amarties-kai-enas-agios.html

Monday, May 7, 2018

Όταν η Αγία Σοφία της Κλεισούρας συνάντησε την Γερόντισσα Μακρίνα .



Σεπτέμβριος 1983


Μιά φορά πήγαμε σε μία άσκήτρια, στά μέρη τής Κλεισούρας, στήν Καστοριά. Είχε τό προορατικό χάρισμα. Δέν ξέρω, αν έχετε άκούσει γι’ αυτήν. Ήταν ψηλή γυναίκα καί συγκύπτουσα. Είχε άλουσία περίπου σαράντα χρόνια καί είχε μία πλεξούδα, δέν ξέρω πόσες οκάδες ζύγιζε! Πώς τήν σήκωνε αύτή τήν πλεξούδα! Εκανε κρύο, είχε παγωνιά καί τό νερό ήταν κρύο. Ρίγος σ’ έπιανε στο μέρος πού ζούσε- καί κοιμόταν μέσα σε ένα τζάκι.


Αναβε άπό τήν Χάρι τού Θεού πού είχε μέσα της. Είχε τέτοια φλόγα, τέτοιο έρωτα Χριστού στήν καρδιά της, πού δέν μπορώ νά σάς περιγράφω. Τά μαγουλάκια της ήταν κόκκινα, παρ’ όλο πού ήταν γερόντισσα. Είχε σφυγμό μικρού παιδιού· πήγαιναν οί γιατροί καί τήν έβλεπαν καί θαύμαζαν. Ετρωγε μόνο χόρτα, τίποτε άλλο.
Μόλις πήγα, μου λέει:
-Έσύ έχεις Μοναστήρι, καί κοίταξε, θά δώσης λόγο, αν έρχωνται οί άνθρωποι καί δέν τούς μιλάς, γιά νά γνωρίσουν τον Χριστό. Τά βλέπεις αύτά τά
δένδρα;
Ήταν τό ένα όλο κισσό έπάνω, τ’ άλλο είχε ένα φύλλο εδώ καί ένα εκεί.



-Αύτή είναι ή αρετή' εδώ καί ’κεΐ βρίσκεται ή αρετή, τό άλλο πού είναι πυκνωμένο είναι ή αμαρτία, ή μεγάλη αμαρτία πού γίνεται. Αμα έρχεται κανείς θά τούς λές όπως καθαρίζουν τά σπίτια τους, τις γωνιές καί τις τρυπούλες καί βγάζουν τά σκουπίδια, έτσι νά καθαρίζουν καί τήν ψυχή τους. Νά κάνουν καθαρή εξομολόγηση νά τά βγάζουν, νά καθαρίζουν τό σπίτι τής ψυχής τους. Καί νά μή στενοχωριέσαι, όταν έρχωνται στο Μοναστήρι γιά μοναχές καί μετά φεύγουν, γιατί τά σώματά τους είναι στο Μοναστήρι, άλλά τό πνεύμα τους είναι στον κόσμο. Εντρυφούν σε κοσμικά πράγματα καί δεν εντρυφούν στά ούράνια μεγαλεία. Στή θέσι τής μοναχής πού φεύγει, ό Θεός στέλνει άγιο Άγγελο.
Ούτε τήν ήξερα ούτε με ήξερε ούτε μέ σύστησε κανείς. Καί πολλά άλλα μου είπε. Είχα μία σαλπούλα καί τήν έρριξα στήν πλατούλα της. Πολύ τήν χάρηκε! «Όπως μέ σκέπασες, μου λέει, έτσι νά σέ σκεπάση ό Άγγελός σου καί ή Παναγία μέ τήν σκέπη Της».



Είχε πάει ένας ιερέας πού ήθελε νά τή γνωρίση, άλλά καί αύτή δεν τον γνώριζε. Σκέφτηκε ό ιερέας: «Αφού είναι στήν έρημο, ας πάρω Άγιο Άρτο νά τήν κοινωνήσω. Άς κάνω καί ένα Εύχέλαιο». Μόλις τον βλέπει τού λέει:
-Καλώς τον παπα-Γιάννη. Ήρθες νά μου κάνης Εύχέλαιο καί νά μέ κοινωνήσης;
-Ναί, Γερόντισσα, ήρθα νά σέ κοινωνήσω και νά σου κάνω Εύχέλαιο.
-Σ’ ένα πράγμα σφάλλεις.
Αύτός στάθηκε ό καημένος, «μέ αποκαλεί μέ τό όνομά μου καί σφάλλω!», σκέφτηκε μέ άπορία.
-Έρχονται στήν εκκλησία μερικές γυναίκες καί τά φορέματά τους είναι πάνω άπό τά γόνατα καί σύ τίς ανέχεσαι καί δεν παίρνεις τήν βέργα νά τις βγάλης έξω. Δεν τις νουθετείς, νά μή τά φορούν.
Γονάτισε ό καημένος ό ιερέας καί δεν μίλησε.


Μετά τήν έπισκέφθηκε κάποιος άλλος καί είπε σ’ αυτόν: «Νά πλύνης καλά τό πιάτο σου. Τό πρόσωπό σου έχει πολλή μαυρίλα. Κοίταξε τήν ψυχή σου νά πλύνης». Είχε άποκαλύψει πολλά πράγματα.
’Έπειτα ψάλαμε τό «Αξιόν Έστι» καί ’κείνη μάς έψαλε τό «Θεοτόκε Παρθένε». Αυτή είχε καρκίνο καί τήν είχε χειρουργήσει ή άγια Αναστασία ή Φαρμακολύτρια καί ό Αρχάγγελος Μιχαήλ. Είδα τον σταυρό τού είχε σχηματίσει ή τομή πού τής είχαν κάνει. Εκείνοι τήν είχαν ράψει. Δεν θά τό ξεχάσω αύτό τό πράγμα! Σήκωσε τά ρουχάκια της καί βλέπω έτσι σταυροειδώς τήν ουλή. Μάς είπε ότι βγήκε ένα ζωύφιο μέσα άπό τήν κοιλιά της καί αισθάνθηκε σάν νά έφυγε ό καρκίνος. Καί όταν κοιμήθηκε, μάς έλεγε μιά κυρία πού ειχε πάει στήν νεκρώσιμη Ακολουθία της: «Δεν μπορώ νά σάς περιγράφω τί κόσμος παραβρέθηκε, σάν κηδεία υπουργού». Οι άνθρωποι άπό εύλάβεια έπαιρναν πετρούλες από τό τζάκι. Σαράντα πέντε χρόνια μέσα στό τζάκι άσκήτευε, ούτε κελλί είχε ούτε τίποτε.


Τώρα τελευταία ήρθαν κάποιοι προσκυνητές πού είχαν πάει στο Αγιον Όρος και μου έλεγαν γιά τις άγιες καταστάσεις πού έχει ό π. Έφραιμ ό Κατουνακιώτης, όταν λειτουργή. Γονατίζει κάτω άκουμπώντας τό κεφαλάκι του στήν Αγία Τράπεζα. Δεν σηκώνεται από την Αγία Τράπεζα από τά δάκρυα πού χύνει! Μέ κλαυθμό λειτουργεί. Στο σημείο τής Θείας Λειτουργίας όπου εκφωνεί: «Τά σα εκ των σων...» δεν μπορεί νά σηκώση τό κεφάλι από την κατάνυξι καί τά δάκρυα πού έχει.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ. ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ. 
http://apantaortodoxias.blogspot.ca

Friday, May 4, 2018

Δέν πρέπει οὔτε γιά ἀστεῖο νά ἐπικαλούμαστε τόν διάβολο - Τό περιστατικό τοῦ μοναχοῦ Ἰωσήφ


Στην Σκήτη του Αγ. Παντελεήμονος στο Κουτλουμούσι, ο μοναχός Ιωσήφ, θέλησε να επισκευάσει, στο πάτωμα της καλύβας του, ένα σανίδι που είχε σπάσει. Καθάρισε το σάπιο, πήρε με ακρίβεια τα μέτρα, έκοψε το σανίδι και πήγε να το τοποθετήσει. Όταν το έβανε στη θέση του, το σανίδι ήταν μεγαλύτερο. Το πήρε, έκοψε το περίσσιο και πήγε πάλι να το τοποθετήσει. Το είδε πως ήταν μικρότερο απ΄ ότι έπρεπε.
Ο Γέρο – Ιωσήφ, ήταν μαραγκός στο επάγγελμα. Παίρνει για δεύτερη φορά τα μέτρα, κόβει άλλο σανίδι στα μέτρα που χρειάζονταν με ακρίβεια, πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά και πάλι περίσσευε, το έκοψε, κι όταν πήγε να το καρφώσει, έγινε μικρότερο. Τότε έχασε την υπομονή του και με θυμό είπε : «Άει στο διάβολο, διάβολε, τί έχεις, τί να σου κάμω για να ταιριάξεις ; Τέσσερις φορές σε μέτρησα και τέσσερις σε έκοψα, τώρα τί διάβολο έχεις και δεν ταιριάζεις» ;
Ο ταλαίπωρος αυτός μοναχός, αντί να ειπεί την ευχή και να επικαλεστεί τη θεία βοήθεια στην εργασία του, προτίμησε να μνημονεύσει τον διάβολο, ο οποίος δεν άργησε αλλά κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητάει, γι΄ αυτό παρουσιάστηκε μπροστά του, ο διάβολος, μ΄ όλη την αγριωπή μορφή του και του είπε : «Με φώναξες γέροντα, τί είναι, τί θέλεις ; Εδώ είμαι ΄ γω για να σε βοηθήσω».
Ο Γέρο – Ιωσήφ τρομαγμένος έκαμε το σταυρό του, παράτησε το σανίδι κι έτρεξε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια και δεν μπορεί να συνέλθει, του έμεινε ο φόβος και μια αφηρημάδα στο μυαλό, σαν αντιμισθία από τον διάβολο.
Τούτο ας γίνει μάθημα σε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μη λένε το διάβολο, ούτε για αστεία. Επειδή, ο διάβολος βάνει τον άνθρωπο να θυμώνει και στον θυμό του επάνω, τον βάνει να βρίζει ή να βλασφημεί τα θεία, κι αν δεν κατορθώσει τούτο, τον πείθει να ειπεί στον συνάνθρωπό του, στον αδελφό του, στο παιδί του, ή και στον εαυτό του ακόμη, «Άει στο διάβολο». Τούτο γίνεται κακίστη συνήθεια και πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στον διάολο.
Ενώ μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει καλές συνήθειες κι αντί να λέει «άει στο διάβολο», να λέει «άει στην ευχή» ή «άει στο καλό σου» ή όπως συνηθίζουν οι πατέρες να λένε «να σε πάρει η ευχή» ή «ο Θεός να σ΄ ελεήσει», που είναι το καλύτερο απ΄ όλα. Έτσι συνηθίζει ο άνθρωπος να εύχεται και να λέει πάντοτε τα καλά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14».

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄

Wednesday, May 2, 2018

Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.....

Έχεις κάνει ένα λάθος.
Το ότι το κατάλαβες είναι πολύ καλό.

Μην το παιδεύεις όμως πολύ. Μην αρχίζεις να το αναλύεις. Μην μπαίνεις στην διαδικασία συζήτησης με τον λογισμό σου.

Έκανες το λάθος και το κατάλαβες. Τώρα πάνε παρακάτω. Μην μένεις στο λάθος, στην αμαρτία σου. Μην αρχίζεις να μιζεριάζεις. Αυτό δεν είναι μετάνοια.

Η μετάνοια έχει αρχοντιά, όχι μιζέρια. Μετανόησε και άσε το λάθος σου πίσω.

Πολλές φορές δυστυχώς ακόμα και την μετάνοιά μας την κάνουμε επιτηδευμένη. Μπαίνουμε δηλαδή σε μία διαδικασία διεξοδικής ανάλυσης της αμαρτίας με αποτέλεσμα να μένουμε στην αμαρτία, να ασχολούμαστε με την πτώση μας και δεν προχωρούμε στην ανάστασή μας.

Ασχολούμαστε με την πληγή μας, την ξύνουμε, την περιεργαζόμαστε και δεν προχωρούμε στην ίασή της. Πολλοί είναι εκείνοί που ενώ έχουν καταλάβει την αμαρτία τους, ενώ λένε ότι έχουν μετανοήσει δεν επισφραγίζουν την μετάνοιά τους με το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.



Και αυτό συμβαίνει διότι ενώ συνειδητοποιούν το σφάλμα τους δεν έχουν την ταπείνωση να ζητήσουν βοήθεια και έλεος.

Προφασίζονται ότι δεν είναι άξιοι να προσέλθουν στο Μυστήριο, ότι είναι τόσες πολλές και βαριές οι αμαρτίες τους που ο πνευματικός δεν θα τις αντέξει, ότι ο Θεός δεν μπορεί να τις συγχωρήσει.

Πλάνη. Εγωισμός.

Είναι κρίμα οι άνθρωποι αυτοί που ενώ κατάλαβαν την αμαρτία τους να μένουν στην αμαρτία τους από ντροπή και εγωισμό απαριθμώντας δικαιολογίες για να μην βγούνε από το σκοτάδι στο φως.

Όταν συνηθίσεις να ζεις μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο είναι επίπονο να βγεις έξω στην ηλιόλουστη φύση. Στην αρχή τα μάτια σου δεν θα αντέχουν το φως, μπορεί να νιώσεις δυσφορία και πόνο όμως μετά από μερικά λεπτά θα δεις τι έχανες τόσο καιρό, θα δεις τα χρώματα της ζωής, θα νιώσεις την θέρμη του φωτός.

Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, κάποιοι ταπεινώνονται και ομολογούν την αμαρτία τους και καθαρίζονται δια του Μυστηρίου και κάποιοι άλλοι απλά συνεχίζουν να ζούνε μέσα στην μιζέρια της ταπεινοσχημίας τους, έχοντας αναγάγει την μετάνοια σε μία συναισθηματική κατάσταση.

Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.
Έκανες ένα λάθος, χίλια λάθη. Ε, και;

Υπάρχει η μετάνοια και η εξομολόγηση. Υπάρχει ελπίδα.
Ο Θεός πάντα μας δέχεται. Πάντα μας περιμένει. Αρκεί να θέλεις και εσύ να γυρίσεις πίσω σ’ Αυτόν.

Γι’αυτό πάψε να μιλάς για την αμαρτία σου. Πάψε να είσαι κολλημένος στο παρελθόν. Η ζωή σου ανοίγεται μπροστά σου.

Είσαι αυτός που θα γίνεις. Όχι αυτός που ήσουν.