Saturday, January 30, 2016

«Μία θεϊκή τιμωρία σε μοναχό…»



 Τό ἔτος 1988, μετά ἀπό ὀκτώ ἀκριβῶς χρόνια, ἀπό τήν ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου ἀπό τόν τάφο του, ὁ πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων Διόδωρος διώρισε νέον ἡγούμενο τῆς μονῆς τοῦ Χοζεβᾶ, τόν ἱερομόναχο Συνέσιο, ἀφοῦ ἐν τῶν μεταξύ εἶχε κοιμηθῆ ὁ προηγούμενος ἡγούμενος π. Ἀμφιλόχιος.
Τότε ὁ π. Συνέσιος ἦτο ἡλικίας 24 ἐτῶν. Τό 1980 ἦλθε στήν μονή Χοζεβᾶ καί ἕνας διάκονος ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω, μέ τό ὄνομα Νικηφόρος. Ἀλλά οὔτε ὁ π. Συνέσιος, οὔτε καί ὁ διάκονος εἶχαν εὐλάβεια στόν ὅσιο Ἰωάννη καί συχνά περιφρονοῦσαν καί κακολογοῦσαν τόν Ἅγιο.
Κάποια ἡμέρα, πού εἶχαν ἔλθει στήν Μονή πολλοί ρουμᾶνοι προσκυνητές, ὁ ἡγούμενος π. Συνέσιος ἐμάλωσε ἄγρια τον π. Ἰωαννίκιο, μαθητή τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, διότι ἔφερε πολλούς ἀνθρώπους νά προσκυνήσουν τό λείψανο τοῦ Ὁσίου καί ἀκόμη τούς ἔδωσε μερικά βιβλία μέ τόν τίτλο «Πνευματική τροφή» βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ὅσιος καί περιέχει ποιήματά του καί διδασκαλίες του. Ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς καί νοερᾶς ταραχῆς του ὁ π. Συνέσιος άπηγόρευσε στόν π. Ἰωαννίκιο νά γράφη κάτι γιά τόν μακαριστό Γέροντά του, λέγοντας ὅτι τό σῶμα του μυρίζει ἄσχημα καί πρέπει πάλι νά ταφῆ.

Τότε ὁ π. Ἰωαννίκιος ἀναστέναξε βαθειά καί εἶπε:
-Δέν θά συμπληρωθοῦν σαράντα ἡμέρες καί σύ ὁ ἴδιος μέ τόν μαθητή σου Νικηφόρο, θά ἰδῆτε ἐάν ὁ ὅσιος Ἰωάννης εἶναι ἤ ὄχι ἅγιος.
Τήν δεύτερη ἡμέρα τό πρωΐ ὁ ἡγούμενος Συνέσιος μπῆκε στήν ἐκκλησία, ἔχοντας κομμένη τήν γενειάδα του. Ὅταν ὁ π. Ἰωαννίκιος τόν ἐρώτησε τί συμβαίνει, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
-Αὐτή τήν νύκτα ἦλθε ἕνας μοναχός σέ μένα, μέ κτύπησε σκληρά καί ἔβαλε στό κελλί μου φωτιά, ἀλλά δέν ὑπῆρχε κάτι εὔφλεκτο στό κελλί μου, ἐκτός ἀπό τήν γενειάδα μου.
Κατόπιν, μέσα στό διάστημα τῶν 40 ἡμερῶν, αὐτός ὁ μοναχός, ὁ ὁποῖος μπῆκε στό κελλί τοῦ π. Συνεσίου, μέ κλειδωμένη τήν πόρτα κι αὐτός δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ὅσιο Ἰωάννη, ἐρχόταν καί τόν κτυποῦσε κάθε νύκτα, μέχρις ὅτου ὁμολογήση τό σφάλμα του καί διορθώση τόν λογισμό του. Μετά ὁ ἡγούμενος ἐπίστευσε στόν ὅσιο, προσευχήθηκε καί ζήτησε νά τόν συγχωρήση.
Ὅλο αὐτό τό διάστημα ὁ διάκονος Νικηφόρος, παρότι ἐγνώριζε ὅλα αὐτά πού συνέβαιναν στόν ἡγούμενο, συνέχιζε νά καταδικάζει καί περιφρονεῖ τόν ὅσιο Ἰωάννη. Τότε ὁ π. Ἰωαννίκιος τόν συμβούλευσε νά εἶναι πολύ προσεκτικός μέ τούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ γιά νά μή τιμωρηθῆ κι αὐτός ἀπό τόν Ἅγιο.
Ὁ Νικηφόρος ὅμως δέν ἤθελε νά βαδίσει τήν σωστή καί εὐθεία ὁδό καί ἡ τιμωρία τοῦ Ἁγίου δέν ἄργησε νά ἔλθη. Μετά ἀπό μερικές ἡμέρες αὐτός ὁ διάκονος ἄρχισε νά πηγαίνει στούς βεδουΐνους, νά τρώγει μαζί τους καί νά κοιμᾶται στίς καλύβες τους. Μετά ἀπό ἕξι μῆνες ὁ Νικηφόρος ἔφυγε ἀπό τήν Ἱεριχώ, ἀποσχηματίσθηκε καί δέχθηκε τήν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ καί ὠνομάσθηκε Μουσταφᾶς. Καί τό χειρότερο ἀκόμη νυμφεύθηκε μία χήρα ἀράβισσα μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε καί δύο παιδιά.
Μετά ἀπό ὅσα συνέβησαν στόν ἡγούμενο π. Συνέσιο καί στόν διάκονο Νικηφόρο, τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἔστειλε ἕνα νέον ἡγούμενο, τόν π. Ἀντώνιο, ὁ ὁποῖος προερχόταν ἀπό τήν μονή τοῦ ἁγίου Σάββα.
Ὁ νέος ἡγούμενος π. Ἀντώνιος δέν ὕβριζε τόν ὅσιο Ἰωάννη, ἀλλά οὔτε καί τόν τιμοῦσε σάν ἅγιο, δεδομένου ὅτι τόν θεωροῦσε σάν ἕνα ἁπλό καλόγερο. Ἀλλά ὁ Πανάγαθος Θεός, γιά τήν ἀγάπη του πού εἶχε πρός τούς ἀνθρώπους, ἐλέησε καί τόν ἡγούμενο νά τόν βοήθησε νά πιστεύσει στήν ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου καί ἔτσι νά λυτρωθῆ ἀπό τήν ἀπιστία του.
Κάποια ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ὅταν ὁ π. Ἀντώνιος ἦλθε στήν ἐκκλησία γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, προσκύνησε πρῶτα τά Λείψανα τῶν Ἁγίων τῆς ἐκκλησίας καί μετά ἐπῆγε καί προσκύνησε καί τό ὁλόσωμο Λείψανο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου.
Ἀφοῦ προσκύνησε τά Ἅγια λείψανα, ἐπῆγε στό ἀναλόγιο καί ἐρώτησε τούς Πατέρας:
-Ποιός ἐράντισε μέ ἄρωμα τήν λειψανοθήκη μέ τό σῶμα τοῦ πατρός Ἰωάννου;
Οἱ Πατέρες τοῦ ἀπήντησαν ὅτι δέν ἔκανε κανείς αὐτό τό ἔργο. Ὁ ἡγούμενος στενοχωρήθηκε καί ἐκάλεσε τούς ἄλλους Πατέρες νά ἔλθουν δίπλα στήν λειψανοθήκη τοῦ Ὁσίου γιά νά αἰσθανθοῦν κι αὐτοί τήν εὐωδία. Τότε ὁ π. Ἰωαννίκιος εἶπε ὅτι ἔτσι εύωδιάζει πάντοτε ἡ Λειψανοθήκη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου. Μετά ὁ ἡγούμενος εἶπε:
–Δέν εἶναι δυνατόν, διότι ἐγώ μέχρι τώρα πρώτη φορά αἰσθάνθηκα αὐτή τήν ὡραία εὐωδία.
Καί ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ ἡγούμενος, ἐπειδή δέν ἐπίστευε ἀκράδαντα, δέν εἶχε ποτέ προσκυνήσει τό Σκήνωμα τοῦ Ὁσίου, ὁπότε δέν εἶχε αἰσθανθῆ καί καμμία εὐωδία. Ἀλλά, ὅταν ταπεινώθηκε καί προσκύνησε τόν ὅσιο Ἰωάννη, κατά τρόπο θαυμαστό ἀξιώθηκε νά μεταλάβη αὐτῆς τῆς θείας δωρεᾶς, πού πηγάζει σάν πηγή ἀπό τό ἅγιο σῶμα του.
Τήν δεύτερη ἡμέρα, μετά ἀπό ὅσα συνέβησαν, ἦλθε μία ὁμάδα ἑλλήνων προσκυνητῶν. Μαζί τους εἶχαν κι ἕνα ἄνδρα δαιμονισμένο καί δεμένον μέ ἁλυσίδες. Αὐτός πολλές φορές ἔσπαζε τίς ἁλυσίδες του, ἔφευγε ἀπό τά χέρια τῶν σωματοφυλάκων του καί πολλοί πού τοῦ ἔδειχναν τήν ἀγάπη τους, τούς κτυποῦσε ἄσχημα.
Ὅταν πλησίαζαν στό μοναστήρι, τά δαιμόνια ἀλλάλαζαν δυνατά καί αὐτοί πού τά ἄκουγαν, ἐξεπλήττοντο. Ἔλεγαν:
-Τί ἔχεις μ᾿ἐμᾶς, Ἰωάννη; Δέν μᾶς διώχνεις! Δέν μπορεῖς νά μᾶς βασανίσεις! Δικός μας εἶναι! Ἄφησέ μας! Μή μᾶς κτυπᾶς!
Μέ πολλή δυσκολία κατάφεραν νά τόν φέρουν στήν ἐκκλησία καί, ὅταν τόν ἄγγιξαν στό Λείψανο τοῦ Ὁσίου, ὁ δαιμονισμένος οὔρλιαξε καί ἔκαμε σάν ἕνα ἄγριο θηρίο. Μετά ἔπεσε κάτω σάν νεκρός καί ἐπί μία περίπου ὥρα δέν ἐκινεῖτο, ἀλλά ἵδρωνε ἀργά ἀργά.
Βλέποντας τό θαῦμα αὐτό ὁ π. Ἀντώνιος ἔτρεξε νά εἰδοποιήσει τόν π. Ἰωαννίκιο γιά νά ἰδῆ καί νά σημειώσει τό θαῦμα, διότι εὑρισκόταν στήν σπηλιά τοῦ ὁσίου Γέροντός του Ἰωάννου.


από το βιβλίο: «ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ» – Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010.>

Ἡ μετάνοια τοῦ σιτοκλέφτη καί ἡ καλοσύνη τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου


Μια νύχτα, που ήταν πανσέληνος, ο Άγιος Ευθύμιος, μόλις είχε τελειώσει τους μεσονυκτικούς του ύμνους στον Θεό και όπως συνήθιζε, έκανε προσκυνηματικές επισκέψεις στους ναούς.
Ξαφνικά, βλέπει σ” έναν υπαίθριο χώρο, δύο ανθρώπους να κλέβουν σιτάρι από τις υπόγειες αποθήκες.
Ο ένας έβγαζε από κάτω το σιτάρι, ενώ ο άλλος έπαιρνε πάνω σακιά και τα πήγαινε… σε μια γωνιά, όπου δεν θα τα έβλεπε κανείς. Μόλις εκείνος ο σβέλτος σιτοκλέφτης πήρε είδηση τον Άγιο, το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας τον σύντροφό του στον λάκκο.

Τότε, ο θείος Ευθύμιος, επειδή θεώρησε πως θα έκανε μεγάλο κακό, αν στερούσε από τους φτωχούς το αναγκαίο σιτάρι και μάλιστα σε μια εποχή που το ψωμί ήταν τόσο σπάνιο όσο και το χρυσάφι αποφάσισε να πάρει την θέση αυτού, που έφυγε.
Συνέχισε λοιπόν ο άλλος να βγάζει το σιτάρι, χωρίς να ξέρει τίποτε ενώ ο Άγιος το έπαιρνε και το μετέφερε.
Όταν πια, ο άνθρωπος εκείνος έβγαλε αρκετό σιτάρι και θέλησε ν” ανέβει πάνω, ο Άγιος μέσα στο σκοτάδι, σκύβει και του λέει… Τί, θα φύγουμε και θ” αφήσουμε εκείνα τα τυριά, και του έδειχνε συνάμα με το δάκτυλο τον τόπο. Και πού το ξέρεις εσύ αυτό;
Άκουσα πριν από λίγο καιρό τον επίσκοπο, να το λέει, απάντησε ο Άγιος. Τότε ο άλλος βρήκε τον τόπο και πήρε, όσα τυριά ήθελε και τα παρέδωσε στον Άγιο. Έπειτα πιάνοντας το χέρι που του έδωσε εκείνος, ανέβηκε πάνω. Και μόλις κατάλαβε, ποιός ήταν, έλιωσε από την ντροπή και την τρομάρα. Παραλυμένος από φόβο κυλίστηκε μπροστά στα πόδια του Αγίου.
Μα εκείνος, τον χάιδεψε με καλοσύνη, τον σήκωσε από την γη, τον αγκάλιασε και είπε… Μην στεναχωριέσαι παιδί μου, νομίζοντας, πως έκανες κάτι τρομερό. Γιατι τα πράγματα αυτά είναι δικά σου και του Θεού.
Κι αν πήρες κάτι, από τα δικά σου τα πήρες και όχι από τα ξένα. Μα και πάλι, αν θελήσεις, έλα να πάρεις, ότι χρειάζεσαι! Κι εκείνος, ο σιτοκλέφτης μετανόησε κι έγινε υπόδειγμα στους άλλους χριστιανούς.


Αγίου Ευθυμίου του νέου

Wednesday, January 27, 2016

Ο μοναχός που δέχτηκε το χαστούκι και νίκησε τον διάβολο

Η ταπεινοφροσύνη στολίζει τον άνθρωπο. Ο ταπεινός άνθρωπος όπου και αν σταθεί, όπου και αν βρεθεί, σκορπάει μία κατά κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη και γίνεται αγαπητός και προσφιλής.

Την ταπείνωσιν οι δαίμονες την τρέμουν, όπως ακριβώς συνέβη και με έναν υποτακτικόν: Ένας Χριστιανός είχε μία κόρη δαιμονισμένη και την επήγε σε πολλούς γιατρούς αλλά δεν βρήκε την θεραπεία της.

Αυτός ο Χριστιανός είχε ένα φίλο, πνευματικό άνθρωπο ο οποίος είχε σχέση με τους μοναχούς, και λέγοντάς του το παράπονο, τον πόνο του για το κορίτσι του, του λέγει εκείνος• «Το παιδί σου θα βρεί θεραπεία μόνον όταν καλέσεις ένα μοναχό, υποτακτικό, και έλθει στο σπίτι σου και κάνει μίαν ευχούλα, θα ιδείς αμέσως το παιδί σου θα γίνει καλά.

– Καί που θα τον βρω εγώ αυτόν τον μοναχό;

– Να! Κάτω στην αγορά κατεβαίνουν, λέγει, από την έρημο νεώτεροι υποτακτικοί μοναχοί και πωλούν διάφορα εργόχειρα. Σ’ ένα τέτοιο μοναχό πες του• «Έλα στο σπίτι να σού πληρώσω τα εργόχειρα, διότι τώρα επάνω μου δεν έχω χρήματα». Καί πες του να σού κάνει μία ευχή και θα δείς ότι το παιδί σου θα γίνει καλά.

Αυτός αμέσως το πρωί κατεβαίνει στην αγορά• βλέπει ένα νέο μοναχό να πωλεί διάφορα, εκεί, εργόχειρα.

Τού λέει: Πάτερ, πόσο τα δίνεται αυτά;

– Τόσο. Είπε ο μοναχός.

– Μπορείς να έλθεις μέχρι το σπίτι να σε πληρώσω, γιατί επάνω μου δεν έχω χρήματα;

– Έρχομαι, λέγει.

Καί αφού προχωρούσαν προς το σπίτι και πλησίαζαν, ο διάβολος μυρίστηκε το πράγμα, ότι ήρθε η ώρα του να πάρει το εξιτήριό του και να φύγει από τον άνθρωπο, ετοιμάστηκε και αυτός. Καί μπαίνοντας ο μοναχός μέσα στο σπίτι, τον απαντά η κόρη και σηκώνει το χέρι και του δίνει ένα ράπισμα, του μονάχου. Αυτός, ο μοναχός, γύρισε και την άλλη πλευρά του προσώπου και του δίνει και απ’ εκεί ένα ράπισμα, και αμέσως η κόρη έπεσε κάτω και έβγαζε αφρούς. Καί στο τέλος, φεύγοντας το δαιμόνιο είπε, ότι η εντολή του Χριστού με βγάζει και με διώχνει. Καί αμέσως το παιδί έγινε καλά.

Ο υποτακτικός αυτός, από την πράξη αυτή φαίνεται ότι ήταν ένας προοδευμένος,ένας πετυχημένος μοναχός ο οποίος οπωσδήποτε θα είχε εξασκηθεί στην παιδεία και στη θεραπεία της ψυχής του.

Στην προσευχή μας πάντοτε να παρακαλούμε και να δεόμεθα του Θεού να μας απαλλάττη απ’ αυτό το θηρίο, τον εγωισμόν, και να μας χαρίζη την αγίαν ταπείνωσιν της ψυχής.

Saturday, January 23, 2016

Η πράξη της νοεράς προσευχής ( Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστή )


Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.
Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.
Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ...;

              
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ' όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.

Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστή 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/11/blog-post_7279.html

Κύριε, ευλόγησε τους εχθρούς μου ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )


                 
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, Κύριε! Ακόμη κι εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Οι εχθροί με έχουν οδηγήσει στην αγκάλη Σου περισσότερο απ' ό,τι οι φίλοι μου. Οι φίλοι μου με έχουν προσδέσει στη γη, ενώ οι εχθροί με έχουν λύσει από τη γη και έχουν συντρίψει όλες τις φιλοδοξίες μου στον κόσμο.
Οι εχθροί με έχουν αποξενώσει από τις εγκόσμιες πραγματικότητες και με έκαναν ξένο από τη ζωή του κόσμου. Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο ζώο βρίσκει πιο ασφαλές καταφύγιο από ένα άλλο που ζει στην ησυχία, έτσι κι εγώ. Καταδιωγμένος από τους εχθρούς, έχω ανακαλύψει το ασφαλέστερο καταφύγιο και προφυλάσσομαι κάτω από «τη σκιά των πτερύγων Σου», όπου ούτε φίλοι ούτε εχθροί μπορούν να  απολέσουν τη ψυχήν μου.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, Κύριε! Ακόμα και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Αυτοί μάλλον, παρά εγώ, έχουν ομολογήσει τις αμαρτίες μου ενώπιον του κόσμου. Αυτοί με μαστίγωναν κάθε φορά που εγώ δίσταζα να τιμωρήσω τον εαυτόν μου. Με βασάνιζαν, κάθε φορά που εγώ προσπαθούσα να αποφύγω τα βάσανα. Αυτοί με επέπλητταν, κάθε φορά που εγώ κολάκευα τον εαυτόν μου. Αυτοί με κτυπούσαν κάθε φορά που εγώ είχα παραφουσκώσει από την αλαζονεία.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, Κύριε. Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτόν μου σοφό, αυτοί με αποκάλεσαν ανόητο. Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτόν μου δυνατό, αυτοί με περιγέλασαν σαν να ήμουνα νάνος.

Κάθε φορά που θέλησα να καθοδηγήσω άλλους, οι εχθροί με έσπρωξαν στο περιθώριο. Κάθε φορά που έσπευδα να πλουτίσω, αυτοί με εμπόδισαν με σιδερένια χέρια. Κάθε φορά που είχα σκεφθεί ότι θα κοιμόμουν πιο ειρηνικά, αυτοί άγρια με ξύπνησαν. Κάθε φορά που προσπάθησα να κτίσω ένα σπίτι για να ζήσω εκεί χρόνια πολλά καώ ειρηνικά, αυτοί το κατεδάφισαν και με έβγαλαν έξω. Στ' αλήθεια, Κύριε, οι εχθροί μου με έχουν αποσυνδέσει από τον κόσμο και άπλωσαν τα χέρια μου στο κράσπεδο του ιματίου Σου.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, Κύριε! Ακόμη κι εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Ευλόγησέ τους και πλήθυνέ τους!
Πλήθυνέ τους και κάνε τους ακόμα πιο σκληρούς εναντίον μου! Ώστε η καταφυγή μου σε Σένα να μην έχει επιστροφή. Να διαλυθεί η κάθε ελπίδα μου στους ανθρώπους σαν ιστός αράχνης. Ν' αρχίσει απόλυτη γαλήνη να βασιλεύει στη ψυχή
μου. Να γίνει η καρδιά μου τάφος των δύο κακών διδύμων αδελφών μου: του θυμού και της αλαζονείας. Να μπορέσω να αποθηκεύσω όλους τους θησαυρούς μου «εν τοις ουρανοίς». Να μπορέσω για πάντα να ελευθερωθώ από την αυταπάτη, η οποία με περιέπλεξε στο θανατηφόρο δίκτυ της απατηλής ζωής.
Οι εχθροί με δίδαξαν να μάθω αυτό που δύσκολα μαθαίνει κανείς, ότι δηλαδή, ο άνθρωπος δεν έχει εχθρούς στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του! ...;
Είναι πράγματι δύσκολο για μένα να πω ποιος μου έκανε περισσότερο καλό και ποιος περισσότερο κακό: Οι εχθροί ή οι φίλοι μου;
Γι' αυτό, ευλόγησε Κύριε, και τους φίλους μου και τους εχθρούς μου ...;

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Thursday, January 21, 2016

Ἀφοῦ δέν χάνει Λειτουργιά κάθε Κυριακή ἄπρακτος ὁ δαίμονας (Ἀληθινό γεγονός)


Ψηλά στήν Κωστελάτα, τά κρύα τά νερά», ἐκεῖ στίς νοτιοδυτικές πλευρές τῶν ὑπερήφανων Τζουμέρκων, στούς πρόποδες τῶν κορυφῶν Καταφίδι καί Πάνω Κωστελάτας, σέ ὑψόμετρο 900 μέτρα περίπου, εἶναι σκαρφαλωμένα τά Τζουμερκοχώρια καί τά Κατσανοχώρια. Εκεί στὸ χωριὸ Μονολίθι Ἰωαννίνων, ζοῦσε γύρω στὰ 1960 μιὰ οἰκογένεια εὐλογημένη, η κυρὰ Σταυρούλα Μάνθου μὲ τὸν ἄντρα καὶ τὰ δυὸ παιδιά τους. Ὁλημερὶς στὰ χωράφια μὲ τὰ φουντωμένα καλαμπόκια καὶ τὰ καταπράσινα τριφύλλια, πότιζε, σκάλιζε, φρόντιζε τὰ ζωντανά τους. 


Μὰ οἱ Κυριακὲς καὶ οἱ μεγάλες σχόλες ἦταν γι’ αὐτὴν μέρες ξέχωρες, εὐλογημένες. Ἑτοίμαζε τὸ καλοζυμωμένο της πρόσφορο, ἔγραφε τὰ ὀνόματα γιὰ ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους δικούς της, τὸ τύλιγε εὐλαβικὰ στὴν ἄσπρη ὑφαντὴ πετσέτα μὲ τὸ κοφτὸ ἀνεβατὸ καὶ τὶς δαντέλες, ἔκανε τὸ σταυρό της καὶ χαράματα ξεκίναγε γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ἔπαιρνε τὸ μονοπάτι μὲ τὴν ἀπότομη κατηφοριά, μίας ὥρας δρόμο ἀπὸ τοῦ Ἄϊ Γιώργη τὸ συνοικισμό, γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἄνοιξη καὶ χειμώνα, μὲ τὶς νεροποντὲς καὶ τοὺς ἀγέρηδες, δυσκόλευαν πολὺ τὰ πράγματα στὴ λασπωμένη κατηφόρα. Καὶ στὸ γυρισμὸ λαχάνιαζε στὸν κοφτὸ ἀνήφορο. Μὰ ἡ κυρὰ Σταυρούλα τ’ ἀψηφοῦσε ὅλα. Γοργοχτυποῦσε ἀπὸ λαχτάρα ἡ καρδιά της. Νὰ λειτουργηθεῖ, νὰ πάρει μέσα της τὸν ἀφέντη Χριστὸ μὲ τὴν ἁγία Κοινωνία! Κι ἦταν καὶ ἄλλες μέρες γιορτινές, ποὺ ἡ ἴδια μὲ λειτουργίες, «ἄνοιγε» κοντινά τους ἐξωκκλήσια.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια στὸ χωριὸ τῆς Ἄρτας Κάτω Γρεκικὸ ζοῦσε ὁ ξακουστὸς μάγος Γεώργιος Τριαντάφυλλος, γνωστὸς γιὰ τὸ διαβολικό του ἔργο ὄχι μόνο στὰ γειτονικὰ Τζουμερκοχώρια, ἀλλὰ καὶ στὴν κοντινὴ Μακεδονία, ἀκόμη καὶ στὴν Ἰταλία.Εἶχε προμηθευτεῖ τὰ σχετικὰ βιβλία μὲ τὶς προσευχὲς καὶ ἐπικλήσεις τῶν δαιμόνων καὶ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος σὲ ὅλη τὴν περιοχή.
Στὸ σπίτι τῆς Κυρὰ Σταυρούλας ὅλα κυλοῦσαν ἥσυχα. Βασίλευε γλυκιὰ εἰρήνη καὶ ἀγάπη ζηλευτή. Κάποτε ὅμως οἱ συγγεν-εῖς του ἀνδρὸς της πῆραν μία ἀπόφαση γιὰ ἕνα θέμα γενικότερο στὸ σόι τους. Μὰ ἡ κυρὰ Σταυρούλα δὲν συμφωνοῦσε καὶ μὲ τὸν τρόπο της τὸν καλὸ ἔλεγε. Δὲν ἦταν συμφέρον γιὰ τὸ σπίτι της. Ἐκεῖνοι ἐπέμεναν, τὸ ἴδιο καὶ ἡ κυρὰ Σταυρούλα. Κι ἐκεῖνοι γιὰ νὰ πετύχουν τὸν παράνομο σκοπό τους, ξεκίνησαν μία καὶ δυὸ γιὰ τὸν Τριαντάφυλλο.
-Θὰ τὴν κανονίσουμε μεῖς. Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἔλεγαν πεισματωμένοι. Τοὺς ἄκουσε ὁ μάγος μὲ προσοχή. -Μὴν ἀνησυχεῖτε καθόλου. Θὰ γίνει ὅπως τὸ θέλετε καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Θὰ τὴν δέσω ἐγὼ ὅπως ξέρω καὶ δὲν θὰ τολμήσει νὰ ξανασηκώσει ποτὲ πιὰ κεφάλι. Ξέρω ἐγώ…
Ἀφοῦ τὸν πλήρωσαν γερά, ἔφυγαν περιχαρεῖς γιὰ τὸ χωριό. Καὶ περίμεναν… Πέρασαν μέρες, πέρασαν μῆνες, μὰ τίποτα. Ὅλα στὸ σπίτι της πήγαιναν καλά, κι ἀπὸ τὸ καλὸ στὸ καλύτερο. Ἥσυχα κι ἀγαπημένα. Κι ὅλοι γεροὶ καὶ δυνατοὶ καὶ πιότερο ἡ κυρὰ Σταυρούλα.
Δὲν εἶχαν ἄλλη ὑπομονή. -Τὸν ἀπατεώνα. Μᾶς γέλασε. Πῆρε τόσα λεφτὰ καὶ τίποτα… Καὶ ἀνήσυχοι καὶ θυμωμένοι ἔτρεξαν στὸ μάγο. Ἀπαιτητικοὶ καὶ αὐστηροί.-Μπάρμπα Γιώργη, τί γίνεται; Καλὰ τὰ πῆρες τὰ λεφτά, μὰ ἀποτέλεσμα κανένα. Μή μας γέλασε ἡ ἀφεντιά σου;Ὁ Τριαντάφυλλος τούς δέχτηκε σοβαρὸς καὶ προβληματισμένος. Ἤτανε σίγουρος γιὰ τὴν τέχνη του. Μὰ τώρα;
-Ἀκοῦστε τοὺς λέγει. Οὔτε σας γέλασα, οὔτε ἄδικα τὰ πῆρα τὰ λεφτά. Τόσα καὶ τόσα χρόνια ξέρω νὰ κάνω τὴ δουλειά μου καὶ τὴν κάνω. Μὰ μὲ δαύτη τὴ γυναίκα δὲν μπορῶ. Στέλνω, ξαναστέλνω τὸ δαίμονα ἐναντίον της, μὰ τίποτα. Γυρίζει ὀπίσω ἄπρακτος. Οὔτε νὰ τῆς κάνει κακὸ μπορεῖ, μὰ οὔτε ἀκόμη καὶ νὰ τὴν πλησιάσει. Καὶ τοῦτο φταίει: Δὲν χάνει λειτουργία τὴν Κυριακή. Καὶ κοινωνεῖ.
Κι ἔφυγαν ἐκεῖνοι μὲ ντροπὴ καὶ σκεπτικοί…

Wednesday, January 20, 2016

Πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία ( Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος )


Αν παρουσιαζόμαστε για οποιοδήποτε ζήτημά μας σ' έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο προσεκτικοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ούτ' εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας.
Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα, για το οποίο θέλουμε να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί;
Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ' Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι;
Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ' έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε; Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι' άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου.
Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ' όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.
Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Monday, January 18, 2016

«Δεν έχω χρόνο για Προσευχή»


Το ακούμε συχνά το παράπονο, που φαίνεται δικαιολογημένο για πολλούς.

Είναι φορτωμένοι με αρκετές ευθύνες και όλη τη μέρα τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους. Δυσανασχετούν για την κατάσταση αυτή, που κάποτε την αισθάνονται αφόρητη και διαμαρτύρονται: Δεν μου μένει λίγος χρόνος για τον εαυτό μου, δεν προλαβαίνω να κοιτάξω λίγο την ψυχή μου, δεν έχω καθόλου χρόνο για προσευχή.
Ποια είναι η ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος, που παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονο σ’ αυτούς που δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ, σ’ αυτούς που χάνουν πολλές ώρες στις χρονοβόρες μετακινήσεις μέσα στις μεγαλουπόλεις, στις πολύτεκνες μητέρες, όταν μάλιστα είναι αναγκασμένες να εργάζονται, στους νέους που σπουδάζουν και τρέχουν στις σχολές, στα φροντιστήρια, στις ξένες γλώσσες κλπ.;
Είναι αλήθεια ότι, για να παλέψει κανείς σωστά στη ζωή του και για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα προβλήματά της, πρέπει να εργασθεί συστηματικά και με επιμέλεια, πρέπει να δώσει χρόνο. Γι΄ αυτό και αισθάνεται συχνά να τον σφίγγουν από παντού οι ανάγκες και χρόνος να μην του μένει.

Είναι όμως απόλυτα σωστή η δικαιολογία; Διότι διαπιστώνουμε ότι συχνά όλα τελικά μπορεί κανείς να τα προλαβαίνει, και μόνο για την ψυχή του να μην του μένει χρόνος. Λίγη προσευχή δεν ευκαιρεί να κάνει. Μέσα όμως στη δίνη των ποικίλων απασχολήσεων βρίσκουμε χρόνο να ξεκουρασθούμε, να ψυχαγωγηθούμε, να ακούσουμε τις ειδήσεις, να εκτονωθούμε κάποτε με πολλές, ίσως άχρηστες, συζητήσεις. Να προσευχηθούμε δεν προλαβαίνουμε! Αφήσαμε ποτέ, έστω για μία μόνο μέρα, λόγω των πολλών απασχολήσεών μας, το φαγητό; Κανείς δεν το κάνει αυτό. Όσες και αν είναι οι δουλειές μας, έστω και βιαστικά, θα φάμε κάτι. Το φαγητό, που στηρίζει το σώμα, δεν το παραλείπουμε. Την προσευχή, που τρέφει και στηρίζει την ψυχή, πώς τόσο εύκολα την αμελούμε; Δεν έχει η ψυχή πολύ μεγαλύτερη αξία από το σώμα, που με κάθε θυσία το φροντίζουμε;
Χρειάζεται επομένως μια πιο σωστή ιεράρχηση των απασχολήσεών μας. Η ψυχή αξίζει πιο πολύ από το σώμα, η αιωνιότητα από την πρόσκαιρη ζωή. Μην αμελούμε την ψυχή μας. Μην αφήνουμε την προσευχή. Όσες και αν είναι οι δουλειές μας, να βρίσκουμε λίγο χρόνο και για προσευχή: μάλιστα μ’ αυτήν ν’ αρχίζουμε τη μέρα μας, με προσευχή και να την τελειώνουμε. Και ενδιάμεσα σε κάθε ευκαιρία, να στρέφουμε το νου και την καρδιά μας στον Θεό. Ο Ψαλμωδός, που ασφαλώς είχε κι αυτός τις υποθέσεις του και τα έργα του, «επτάκις τής ημέρας ήνεσά σε», έλεγε. «Εσπέρας και πρωΐ και μεσημβρίας» προσευχόταν, δοξολογούσε τον Θεό.
«Εξεγερθήσομαι όρθρου» πρόσθετε: θα σηκωθώ πολύ πρωί για να ψάλω ύμνους στον Θεό. Αλλά και τα μεσάνυχτα ακόμη ξυπνούσε για να προσευχηθεί. «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην» (Ψαλ. ριη΄ [118] 164, 62: νδ΄ [54] 18: νς΄ [56] 9).
Όταν η ψυχή αγαπά τον Θεό, βρίσκει ευκαιρίες συχνά να επικοινωνεί. Όταν καταλαβαίνει τι είναι η προσευχή.

Πράγματι! Έχουμε καταλάβει τι είναι να απευθύνεται ο μικρός και αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος στον άπειρο και παντοδύναμο και Τρισάγιο Κύριο του ουρανού και της γης; Τι είναι να μιλάς στον Θεό και Εκείνος να σου απαντά; Να Του λες τα προβλήματα, τους πόνους και τα βάσανά σου και Εκείνος να σε ειρηνεύει, να παρηγορεί την ψυχή σου και να δίνει λύσεις λυτρωτικές και σωτήριες;
Αν ζητήσεις ακρόαση από έναν υπουργό για να του εκθέσεις τα προβλήματά σου και εκείνος σου ορίσει κάποια ώρα για να σε ακούσει, μπορείς να μην παρουσιασθείς στη συνάντηση αυτή, με την πρόφαση ότι έχεις πολλές δουλειές και δεν ευκαιρείς; Μα για τη δική σου εξυπηρέτηση σε καλεί και συ δεν πηγαίνεις; Εσύ έχεις ανάγκη από τη βοήθειά του και εσύ αρνείσαι την επικοινωνία;
Με την προσευχή δεν πηγαίνουμε σε κάποιον μεγάλο υπουργό, που τις περισσότερες φορές δεν μπορεί ουσιαστικά να μας βοηθήσει, και που, αν κάτι μπορεί να κάνει, αυτό αφορά τα πρόσκαιρα προβλήματα της επίγειας ζωής μας. Ούτε πηγαίνουμε σε κάποια αυστηρά καθορισμένη ώρα, που με πολλή δυσκολία κι αυτήν μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε.

Με την προσευχή καταφεύγουμε στον Θεό όποια ώρα εμείς θέλουμε και για όση ώρα θέλουμε και όσες φορές θέλουμε, μέρα και νύχτα. Και καταφεύγουμε σ’ Αυτόν που πάντοτε πρόθυμα και με απέραντη αγάπη μας περιμένει και μας ακούει, θέλει να μας βοηθήσει και όλα τα μπορεί, και τα προσωρινά με πολλή ευκολία τακτοποιεί και τα αιώνια με μοναδική φιλανθρωπία εξασφαλίζει. Και εμείς λέμε: «Δεν έχω χρόνο για προσευχή»!
Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να κάνεις, αδελφέ μου, προσευχή και αυτό πρώτο να ζητήσεις: Να σου δώσει χρόνο ο Θεός, που συνέχεια τρέχεις χωρίς να προλαβαίνεις, που αγχώνεσαι και αδημονείς και τίποτε μόνος σου δεν καταφέρνεις.
Αν δώσουμε λίγη ώρα στην προσευχή, θα διαπιστώσουμε ότι πολλαπλασιάζεται ο χρόνος μας. Διότι στη ζωή μας δεν παλεύουμε πια μόνοι μας. Αλλά με την προσευχή έχουμε σύμμαχο τον Θεό. Και βέβαια το να παλεύουμε με βοηθό και συμπαραστάτη τον Θεό, Αυτόν που ειρηνεύει τις ψυχές μας, φωτίζει το νου, ενισχύει τις δυνάμεις, ευλογεί και πλουτίζει τη ζωή μας και μας χαρίζει την ατελεύτητη αιωνιότητα, είναι ασύγκριτα καλύτερο.
Ούτε οι πολλές ασχολίες μας να μας απορροφούν ούτε η ραθυμία του κατώτερου εαυτού μας να μας παρασύρει, ώστε να παραιτούμεθα εύκολα από τον αγώνα της προσευχής. Ας μην ακούμε τον μισάνθρωπο διάβολο, που γνωρίζει καλύτερα από μας τη δύναμη της προσευχής και γι’ αυτό βρίσκει διαρκώς δικαιολογίες και παρακινεί σε αναβολές. Αλλά να κάνουμε αυτό που και ο νους μας καταλαβαίνει ως χρήσιμο και αναγκαίο και η ψυχή μας βαθύτερα ζητεί. Να καταφεύγουμε στον ελεήμονα και παντοδύναμο Θεό για να βρίσκουμε έλεος, χάρη, φως και ζωή, αιώνια και αληθινή.


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/01/blog-post_18.html

Thursday, January 14, 2016

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Παναγία μας διαπορθμεύει τὴν ψυχὴ μας εἰς τὸν μέλλοντα αἰώνα, δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.


«Μερικὲς φορὲς ἡ ψυχή μου κρύβει μέσα της πολλὴ ἀγάπη καὶ θέλω νὰ τὴν στείλω καὶ δὲν γνωρίζω ποὺ νὰ τὴν στείλω. Καὶ τότε τὴν ἀπευθύνω εἰς τὴν Μανούλα μου, τὴν Παναγία καὶ τὴν παρακαλῶ αὐτὴ νὰ παρηγορήσει ὅποιον ὑποφέρει καὶ βασανίζεται, ὅποιον τὸν πικραίνουν οἱ αὐταρχικοὶ χαρακτῆρες, ὅποιον φλέγουν τὰ πάθη.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Παναγία μας εἶναι κάτι τὸ πολὺ τρυφερὸ καὶ ἅγιο. Δὲν μπορεῖς νὰ σκεφθῆς τὴν Παναγία μας καὶ νὰ μὴ πλημμυρίσεις ἀπὸ συναισθήματα ἱερὰ καὶ ἅγια.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Παναγία μας διαπορθμεύει τὴν ψυχὴ μας εἰς τὸν μέλλοντα αἰώνα, δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἐκφράζεται, ἀλλὰ σὲ κάνει νὰ σκιρτᾶς ἀπὸ χαρὰ πρὸς αὐτὴ ποὺ εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας καὶ ταμεῖον τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.»


Μοναχός Μάρκελλος Καρακαλληνός

Στήν ἀγκαλιά τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ.(Μιά συγκλονιστική διήγηση μέ Κρυπτοχριστιανούς)



Η μπόρα έχει περάσει, αλλά θυμωμένα κυλούν τα θολά νερά του ποταμού, δίπλα από το μεγάλο χωριό που απλώνεται στον εύφορο κάμπο. Είναι Τουρκικό το χωριό. Φρεσκοπλυμένο από το χορταστικό λουτρό, χαίρεται τώρα την ευλογία του ήλιου και στεγνώνει γοργά, βυθισμένο στη μακαριότητα της ευτυχίας του.
Δεν ήταν όμως πάντα Τουρκικό. Σε παλαιότερη εποχή, τότε που το σημερινό Ερζερούμ λεγόταν Θεοδοσιούπολις, είχε χτισθεί δίπλα στον Άκαμψι ποταμό, στην άκρη του εύφορου εκείνου οροπεδίου, λίγα σπίτια από οικογένειες ακριτών του Βυζαντινού Κράτους. Τούρκοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Ελληνικό χωριό κι ανάγκασαν τους κατοίκους του ν’ αλλαξοπιστήσουν και να δεχθούν με τη βία τον μωαμεθανισμό.

Από ’κείνη την ημέρα σίγησε κι η καμπάνα της μικρής εκκλησούλας, και στους τέσσερις αιώνες και περισσότερο που πέρασαν από τότε, δεν απέμεινε πια, ούτε σα θολή ανάμνηση, η χριστιανική καταγωγή των πρώτων κατοίκων.

Στεγνώνει λοιπόν το τουρκικό χωριό ύστερα από τη μπόρα, ενώ στο καφενείο οι ηλικιωμένοι Τούρκοι, καθισμένοι σταυροπόδι σε μαλακά στρωσίδια και διηγούνται εύθυμες ιστορίες.

Έξαφνα, σπαρακτικές φωνές ακούγονται από το μέρος του ποταμού· δυο μικρά Τουρκόπουλα, παίζοντας στην όχθη, έπεσαν στο ποτάμι και τα πήρε το ορμητικό ρεύμα.Μια γυναίκα, που είδε το ατύχημα, έβαλε τότε τις φωνές και ξεσήκωσε τον κόσμο. Το καφενείο, άδειασε στη στιγμή. Όλοι οι θαμώνες έτρεξαν κατά το ποτάμι και, μαζί με όλους, κι ο μουχτάρης του χωριού, ο «πρόεδρος της κοινότητος», όπως θα λέγαμε εμείς.


Μάταιος κόπος! Το ένα από τα δύο παιδιά, ένα αγόρι πέντε χρονών, είχε ήδη πνιγεί όταν έφτασε η βοήθεια· και, τ’ άλλο, συνομήλικό του, δεν είχε πια ανάγκη από βοήθεια· αυτό τα κατάφερε να φτάσει μόνο του στην όχθη, λίγο παρακάτω από το σημείο του φρικτού ατυχήματος. Ήταν βρεγμένο ως το κόκκαλο, αλλά έβλεπε το μαζεμένο πλήθος χαμογελαστό, σα να μην είχε γίνει τίποτε το σπουδαίο.

Ο μουχτάρης, το πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να το χαϊδεύει.

–Πώς τα κατάφερες, παιδί μου, να γλυτώσεις; Έλεγε και ξανάλεγε. Μπράβο! Εσύ, θα γίνεις σωστός άνδρας! Θα φοβήθηκες όμως πολύ, έτσι δεν είναι;

–Καθόλου! αποκρίθηκε ο μικρός αθώα. Δεν φοβήθηκα καθόλου. Με κρατούσε η Μητέρα του Θεού στην αγκαλιά της και μ’ έσπρωχνε σιγά–σιγά στην ακροποταμιά.

Ο μουχτάρης έμεινε περίεργος.

–Η «μητέρα του Θεού», είπες; Και, πού την ξέρεις εσύ την «μητέρα του Θεού»;

–Την ξέρω! Την έχουμε στο σπίτι μας, ζωγραφισμένη σ’ ένα σανιδάκι!

Μια υποψία γεννήθηκε από την απάντηση του μικρού παιδιού στη σκέψη του μουχτάρη.

–Πάμε να μου την δείξεις κι εμένα! λέει στο Τουρκόπουλο ο μουχτάρης. Πάμε!

Σε λίγο έφτασαν στο σπίτι, όπου βρισκόταν μόνο η γιαγιά κι η μητέρα του παιδιού· ο πατέρας του, έλειπε.

Οι δύο γυναίκες, δεν είχαν ιδέα από το ατύχημα και, με έκπληξη και με απορία, παρατηρούσαν τον επίσημο επισκέπτη. Η έκπληξή τους όμως έγινε τρόμος μεγάλος, όταν είδαν το παιδί τους να του δείχνει μια μικρή πόρτα στον τοίχο του εσώτερου διαμερίσματος του σπιτιού και να του λέει: «Να! Εδώ μέσα, είναι! Άνοιξε να δεις!».

Έκαμαν τότε μια απελπισμένη κίνηση προς τα εκεί, για να εμποδίσουν τον μουχτάρη, μα εκείνος είχε κιόλας ανοίξει την πορτούλα.

Και, τότε, ένα θέαμα καταπληκτικό παρουσιάσθηκε στα μάτια του:

Σ’ ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο, δίχως κανένα παράθυρο, ένα καντήλι έκαιγε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Ευωδία από θυμίαμα ξεχύθηκε την ίδια στιγμή από τον κρυψώνα και γέμισε τα ρουθούνια του Τούρκου, που ρούφηξε ηδονικά το άγνωστο γι’ αυτόν άρωμα.

Οι γυναίκες, παγωμένες απ’ τον τρόμο, δεν είχαν τη δύναμη ν’ αρθρώσουν λέξη, και μόνο τα μάτια τους, στυλωμένα προς την εικόνα, έστελναν θερμή, σιωπηλή ικεσία προς τη Θεομήτορα, να τις βοηθήσει στη δύσκολη εκείνη περίσταση.

Άφωνος, όμως, κι ακίνητος στεκόταν μπροστά στο εικόνισμα και ο μουχτάρης, ο φανατικός Τούρκος, που ποτέ δε θα μπορούσε να φαντασθεί ότι θά ’καμνε στο χωριό του μια τέτοια ανακάλυψη. Το γλυκύτατο βλέμμα της Παναγίας με το θείο βρέφος στην αγκάλη Της, του είχε κάμει ανέκφραστη εντύπωση.

–Αυτή είναι η Μητέρα του Θεού, που με κρατούσε στα χέρια Της. Την είδες; είπε ο μικρός με φωνή χαρούμενη, λες και είχε κάνει κατόρθωμα.
Οι γυναίκες, έπεσαν τότε στα πόδια του μουχτάρη κι άρχισαν να τον παρακαλούν.

–Μη μας κάνεις κακό, εφέντη πολυχρονεμένε, κι εμείς θα παρακαλούμε την Παναγία να σε φυλάγει καλά!

–Ώστε είστε Χριστιανοί;!… πρόφερε αργά.

–Ναι!
Δεν πειράζουμε όμως κανέναν. Ακολουθούμε την πίστη των πατέρων μας, όπως την πήραν κι εκείνοι απ’ τους δικούς τους πατέρες. Μη μας κάνεις κακό, εφέντη!

Ο μουχτάρης, στάθηκε μερικές στιγμές ακόμη σιωπηλός. Έπειτα με φωνή σιγανή, σα να ήθελε ν’ ανακοινώσει κάποιο μυστικό, λέει στις γυναίκες:

–Μη φοβάστε! Προσέξτε όμως, μη πείτε κι εσείς σε κανέναν ότι ήρθα εδώ στο σπίτι σας και είδα αυτό που είδα. Κάπου–κάπου, θα σας στέλνω και λίγο λάδι να βάζετε στο καντήλι, πρόσθεσε, ενώ προχωρούσε προς την έξοδο…
 

[Το κείμενο, του Δάσκαλου–Συγγραφέα–Δημοσιογράφου Ευριπίδη Φιλ. Χειμωνίδη (1903–1982)· κατ’ αφήγηση του παππού του, ιερέως στην Σάντα, του παπα–Αποστόλου Χειμωνίδη, χειροτονηθέντος στην Θεοδοσιούπολη και θανόντος σε βαθύ γήρας (το 1915)· παρμένο από τον αφιερωματικό τόμο του Νικολάου Π. Ανδριώτη (1906–1976): «Κρυπτοχριστιανικά Κείμενα», σελ. 121–123, σειρά: «Εθνική

Tuesday, January 12, 2016

Όταν μεταλαβαίνεις μ' ευγνωμοσύνη κι ευχαριστία τα Άγια και Ζωοποιά Μυστήρια.... ( Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης )



 Όταν μεταλαβαίνεις μ' ευγνωμοσύνη κι ευχαριστία τα Άγια και Ζωοποιά Μυστήρια, ο Κύριος θα σου χαρίζει ζωή κι η πίστη σου θ' αυξάνεται όλο και περισσότερο.  Ο φόβος κι η ταραχή προέρχονται από την απιστία. Αν τα νιώσεις την ώρα της Θείας Κοινωνίας, να τα λογαριάσεις σαν αληθινό σημείο, ότι με την απιστία απομακρύνεσαι από τη Ζωή που υπάρχει μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Γι' αυτό μη τους δίνεις καμιά σημασία. 

Αχ πίστη! πίστη! Εσύ από μόνη σου είσαι ένα θαύμα σε μας. Εσύ είσαι που μας σώζεις!
''Η πίστις σου σέσωκέ σε''(Μάρκ.ε'34). Όταν έχουμε ζωντανή πίστη στην αλήθεια του Θεού, φεύγουμε από Εκείνον με ειρήνη. 


Όταν αντίθετα μας τυραννάει η απιστία, η ειρήνη μας εγκαταλείπει.

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης

Saturday, January 9, 2016

Ποίημα τού Αγίου Δημητρίου προς την Υπεραγία Θεοτόκο ( Αγίου Δημητρίου τού Ροστώφ )


Υπεραγία Θεοτόκε Παρθένε, σκέπε με και διαφύλαττε με, τον δούλον σου, από παντός κακού ψυχής τε και σώματος, και από παντός εχθρού ορατού και αοράτου.
Χαίρε, κεχαριτωμένη Μαρία ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών.
Χαίρε και ευφραίνου, Θεοτόκε Παρθένε, και πρέσβευε υπέρ του δούλου σου. Κυρία και Δέσποινα των Αγγέλων και Μήτηρ των Χριστιανών, βοήθησόν μοι τω δούλω σου.
Ω Μαρία παναμώμητε, χαίρε νύμφη ανύμφευτε·
χαίρε, η χαρά των θλιβομένων και η παραμυθία των λυπουμένων·
χαίρε, η τροφή των πεινώντων και ο λιμήν των χειμαζομένων·
χαίρε, των Αγίων αγιωτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα·
χαίρε, του Πατρός αγίασμα, του Υιού το σκήνωμα, και του Αγίου Πνεύματος το επισκίασμα·
χαίρε, του πάντων Βασιλέως, Χριστού του Θεού ημών, το τερπνόν παλάτιον·
χαίρε, η Μήτηρ των ορφανών και η βακτηρία των τυφλών·
χαίρε, το καύχημα των Χριστιανών και των προσκαλουμένων σε η έτοιμη βοηθός.
Παναγία Δέσποινά μου, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου ότι εις τας παναχράντους χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου.
Γενού βοηθός και σκέπη της ψυχής μου εν τη φοβερά ημέρα της κρίσεως, και πρέσβευε υπέρ εμού του αναξίου, ίνα εισέλθω καθαρός και αγνός εις τον Παράδεισον.
Μη απόρριψης με, Κυρία μου, τον δούλον σου αλλά βοήθησαν μοι. Και δος μοι παν το συμφέρον τη ψυχή μου.
Λύτρωσαι με από παντός κινδύνου, επιβουλής, ανάγκης και ασθενείας, και δώρησαί μοι προ του τέλους μετάνοιαν ίνα, σωζόμενος τη μεσιτεία και βοήθειά σου, διαφυλάττομαι εν τω παρόντι βίω από παντός εχθρού, ορατού και αοράτου, πορευόμενος θεαρέστως εν τοις θελήμασι του αγαπητού σου Υιού και Θεού ημών.
Και εν τη φοβερά ημέρα της κρίσεως ρύσαι με από της αιωνίου και φοβέρας κολάσεως, ίνα προσκυνώ, ευχαριστώ και δοξάζω το πανάγιόν σου όνομα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Μερικοί δεν πλησιάζουν την Θεία Κοινωνία τρεμάμενοι αλλά με ταραχή, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον.... ( Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος )


Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει ως εξής για εκείνους που δημιουργούν ταραχή μέσα στην εκκλησία και που αποχωρούν από την εκκλησία πριν ολοκληρωθεί η Θεία Λειτουργία του Θεού:

"Μερικοί δεν πλησιάζουν την Θεία Κοινωνία τρεμάμενοι αλλά με ταραχή, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, πυρωμένοι από θυμό, φωνασκούντες, μαλώνοντες, σπρώχνοντες τον διπλανό τους, γεμάτοι ταραχή. Περί αυτού σας έχω μιλήσει πολλές φορές και δεν θα παύσω να μιλώ για αυτό.

Δεν βλέπετε την τάξη στην συμπεριφορά στους παγανιστικούς Ολυμπιακούς αγώνες, όταν ο "Ταξιθέτης" περνά μέσα από την αρένα φορώντας στεφάνι στο κεφάλι, ντυμένος με μακρύ ένδυμα, κρατώντας ραβδί στο ένα χέρι, καθώς ο κήρυκας αναγγέλλει να γίνει ησυχία και τάξη; Δεν είναι χυδαίο, εκεί - όπου κυβερνά ο διάβολος - να γίνεται τόση ησυχία και εδώ, που ο Χριστός μας προσκαλεί σε Αυτόν τον Ίδιον, να γίνεται τόση φασαρία; Στην αρένα, ησυχία - και στην εκκλησία, αναστάτωση! Γαλήνη στην θάλασσα, και φουρτούνα στο λιμάνι!

Όταν σας προσκαλούν σε γεύμα, δεν πρέπει να αποχωρείτε πριν από τους άλλους, παρ' ότι έχετε χορτάσει πριν από τους άλλους, και εδώ, που τελείται το γεμάτο δέος μυστήριο του Χριστού, και ενώ ακόμη συνεχίζουν οι ιερατικές πράξεις, εσύ φεύγεις εν μέσω αυτών και εξέρχεσαι; Πώς μπορεί να συγχωρηθεί αυτό; Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτό;

Ο Ιούδας, μόλις εκοινώνησε στον Μυστικό Δείπνο εκείνη την τελευταία βραδιά, έφυγε βιαστικός ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν στο τραπέζι. Βλέπετε, ποίων το παράδειγμα ακολουθούν εκείνοι που βιάζονται να αποχωρήσουν πριν από την τελευταία ευχαριστία;"

Friday, January 8, 2016

Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. ( Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος )


«Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά. Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα πού του κόβει το κεφάλι, είναι η ελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως.

Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι’ αυτό (σου λέω), είσαι αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εισέλθεις επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες. Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα τηρήσεις. Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι; Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία. Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο.

Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι. Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και βέβαια. Από που γίνεται αυτό φανερό; Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου… Γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο. Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του αγαθότητα.

Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη.

Γι’ αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι».

Περιμένοντας να πεθάνουμε από τη δίψα.( Γεροντικό )


Ένας γέροντας, Νικόλας τ’ όνομα του, έμενε στη μονή του αββά Πέτρου, κοντά στον άγιο Ιορδάνη. Αυτός μας αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
» Έμενα κάποτε στην Ραϊθου, όταν τρείς αδελφούς μας έστειλαν στη Θηβαΐδα για διακονία. Καθώς περνούσαμε την έρημο, χάσαμε τον δρόμο και περιπλανιόμασταν πέρα-δώθε. Σαν ξοδέψαμε λοιπόν το νερό μας και για μέρες δεν βρίσκαμε άλλο, οι δυνάμεις μας άρχισαν τότε να μας εγκαταλείπουν από τη δίψα και τον καύσωνα. Τότε μη μπορώντας να συνεχίσουμε το βάδισμα βρήκαμε στην ίδια την έρημο κάτι στεγνούς θάμνους κι εκεί παρατήσαμε τον εαυτό μας, ο καθένας όπου βρήκε σκιά, περιμένοντας πια να πεθάνουμε από τη δίψα.

Για μια στιγμή εγώ ανακάθισα λίγο και πέφτω σε έκσταση. Βλέπω μια κολυμπήθρα γεμάτη νερό, ξεχειλισμένη. Ήταν και δύο άντρες πάνω στο χείλος της κολυμπήθρας κι έπαιρναν νερό μ’ ένα ξύλινο κύπελο.

Άρχισα τότε να παρακαλώ τον ένα λέγοντας:
– Δείξε μου αγάπη, κύριε, δώσ’ μου λίγο νερό, πάω να σβήσω.

Εκείνος όμως δεν ήθελε να μου δώσει. Τότε του λέει ο άλλος:
– Δωσ’ του λιγάκι.

Κι ο πρώτος αποκρίνεται:
– Να μην του δώσουμε, γιατί είναι ράθυμος ( βαριέται και δεν κάνει τις δουλειές που πρέπει) και παραμελεί τον εαυτό του.

Απαντάει ο δεύτερος:
– Ότι είναι ράθυμος , σίγουρα ναι, είναι ράθυμος. Όμως τώρα είναι ξένος, ας του δώσουμε».

Έτσι μου δώσανε νερό και πρόσφερε, λέει, και στους άλλους. Ήπιαμε λοιπόν και κάναμε και άλλες τρείς μέρες δρόμο χωρίς νερό. Και τότε φτάσαμε σε μέρος κατοικημένο.

 Γεροντικό του Σινά

Thursday, January 7, 2016

Τι να απαντήσουμε όταν κάποιος μας λέει ότι δεν υπάρχει Θεός ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )


Ένας συνάδελφός σου , σού επαναλαμβάνει συνεχώς: “Δεν υπάρχει Θεός !” Καί αισθάνεσαι σά νά σέ χτυπά μέ μαστίγιο. Κι εσύ αγωνιάς γιά τήν ψυχή του καί τή ζωή του. Καί καλά σκέφτεσαι.

Άν δέν υπάρχει ο Ζών κι ο Παντοδύναμος Θεός κι άν δέν είναι ισχυρότερος από τό θάνατο, τότε ο θάνατος είναι ο μοναδικός κυρίαρχος. Καί η κάθε ζωντανή ύπαρξη δέν είναι παρά ένα κλωτσοσκούφι τού θανάτου. Ένα ποντικάκι στό στόμα τής γάτας.

Μία φορά, αντικρούοντας τόν, τού είπες: “Ο Θεός υπάρχει. Γιά σένα δέν υπάρχει”. Καί δέν έσφαλες. Γιατί εκείνοι πού αποκόπτονται από τόν Αιώνιο καί Ζωοδότη Κύριο εδώ στήν γή, αποκόπτονται από τή ζωή τήν πραγματική. Καί έτσι ούτε εδώ, ούτε στήν άλλη ζωή θά γευθούν τό μεγαλείο του Θεού καί τής πλάσης Του. Καί καλύτερα νά μήν είχαμε γεννηθεί, παρά νά είμαστε αποκομμένοι από τόν Θεό.

Άν ήμουν στή θέση σου, θα του έλεγα τα εξής:

- Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ορθότερο θα ήταν, αν έλεγες: «Εγώ δεν έχω Θεό». Διότι το βλέπεις, ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω σου, που έχουν Θεό και γι’ αυτό διακηρύττουν ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, μη λες: «Δεν υπάρχει Θεός»! Περιορίσου να λες: «Εγώ δεν έχω Θεό»!

- Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν τον άρρωστο, που λέει ότι δεν υπάρχει πουθενά υγεία!

- Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον τυφλό που λέει: «Δεν υπάρχει φως στον κόσμο». Όμως φως υπάρχει. Και είναι διάχυτο παντού. Αυτός ο δυστυχής δεν έχει το φως του.
Και θα μιλούσε σωστά αν έλεγε: «Εγώ δεν έχω μάτια και δεν βλέπω φως».

- Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν το ζητιάνο, που λέει: «Δεν υπάρχει χρυσάφι στη γη». Μα χρυσάφι ὑπάρχει! Και επάνω στή γη! Καί μέσα στή γη! Αυτός δεν έχει χρυσάφι! Το σωστό θα ήταν να έλεγε: «Εγώ δεν έχω χρυσό»!

- Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον παλιάνθρωπο που λέει: «Δεν υπάρχει καλωσύνη στόν κόσμο». Ενώ θα έπρεπε να πει: «Εγώ δεν έχω ίχνος καλοσύνης μέσα μου».

Αυτό να του πεις κι εσύ: Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ότι δεν υπάρχει Θεός! Γιατί, όταν κάτι δεν το έχεις εσύ και δεν το γνωρίζεις εσύ, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πουθενά κι ότι δεν το έχει κανείς!

Ποιός σου έδωσε το δικαίωμα να μιλάς εκ μέρους όλου του κόσμου;
Ποιός σου έδωσε την άδεια να διακηρύττεις,ότι την δική σου αρρώστια την έχουν όλοι; Ότι όλοι έχουν την δική σου πλάνη;

Φωνάζεις ότι δεν υπάρχει Θεός! Το διακηρύττεις σέ όλον τον κόσμο! Πολεμάς την αλήθεια!

Εκείνοι που δεν θέλουν να ζουν με τον Θεό είναι ελάχιστοι. Αλλά και γι’ αυτούς ο Θεός υπάρχει! Τους περιμένει. Μέχρι την τελευταία πνοή σ’ αυτή τη γη!

Και μόνο αν δεν φροντίσουν να μετανοήσουν, έστω στην τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ο Θεός στην άλλη ζωή θα πάψει να υπάρχει γι’ αυτούς. Και θα τους διαγράψει από το βιβλίο της ζωής.

Γι’ αυτό πές του, σε παρακαλώ φίλε μου.

Γιά το καλό της ψυχῆς σου. Για τα επουράνια αγαθά. Για τα δάκρυα που έχυσε ὁ Χριστός και τις πληγές πού δέχθηκε γιά όλους μας. Άλλαξε μυαλό! Μετανόησε! Διορθώσου! Καί γύρισε στην Εκκλησία μας!

Aπό το βιβλίο «Δρόμος χωρίς Θεό δεν αντέχεται»

Η Αξία της Σιωπής... (Συνομιλία Αγίου Νεκταρίου)


[...] Βγαίνω στην αυλή. Πολύς ο θόρυβος, οι συνομιλίες, οι φωνές. Νιώθω τον πόνο μιας πληγωμένης σιωπής. Προσπαθώ ν'αφήσω τους ήχους να περνούν από τ' αυτιά μου, χωρίς να δίνω σημασία. Πόσο θα ήθελα να ήμουν μόνος σ'αυτόν τον χώρο!

Έχω την βεβαιότητα, πως ο αέρας είναι γεμάτος μυστικές φωνές, που δεν μπορώ ν' αφουγκραστώ.
Κάθε μου βήμα μεγαλώνει τη δίψα μου για λίγη ησυχία.

[...] Εύκολα γίνεται πικρή η ματιά σου μπροστά στην αδυναμία των ανθρώπων. Το μυαλό σου σκορπίζεται εύκολα στην παρατήρηση των άλλων. Συμμάζεψε όσο μπορείς το βλέμμα σου, περιόρισε όσο μπορείς τη διάσπαση του νου σου. Δεν έχει καλό τέλος αυτός ο δρόμος. Θα συνηθίσεις να διακρίνεις αμέσως τα λάθη των άλλων, αλλά θα το πληρώσεις με μεγάλη μοναξιά.

Συνάμα, λίγο-λίγο, θα χάνεις την παιδική σου ματιά, μέχρις ότου να ξεχάσεις εντελώς, πως όλοι λαχταράμε το καλύτερο και προδινόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όσο αυτό το ξεχνάς, τόσο και πιο άτεγκτος θα γίνεσαι για τους γύρω σου. Θα βροντοφωνάζεις πάντα το σωστό αλλά θα βλέπεις έκπληκτος πως οι άνθρωποι θα φεύγουν από κοντά σου. Είναι, γιατί τους δίνεις άτεγκτη δικαιοσύνη κι αυτοί λαχταράνε τη συγνώμη. Φωνάζεις πολύ κι αυτοί λαχταράνε λίγη σιωπή.

-Να παλέψεις για τη σιωπή του νου σου. Μην τον αφήσεις στη διάλυσή του. Αν δεν προσέξεις, θα τρέχει από δω κι από κει, χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα. Θα παρατηρείς τα πάντα, θα κρίνεις τα πάντα, θα νομίζεις πως φτιάχνεις τον κόσμο και την ίδια ώρα θα γεμίζεις, ανεπαίσθητα, περιφρόνηση για τον κόσμο. Χωρίς να το καταλάβεις, θα μάθεις ν' ανεβάζεις τον εαυτό σου σ' ένα θρόνο ψηλό κι από κει να μετράς τους πάντες και τα πάντα με το δικό σου το μέτρο. Και θα μάθεις να μιλάς, να μιλάς πολύ!

Η σιωπή όμως... η σιωπή! Θα αφήσει στην καρδιά σου χώρο ν' ακουστεί η φωνή του Θεού. Η σιωπή θα σε απαλλάξει από το φτωχό σου μέτρο και θα σε μάθει να μετράς τον εαυτό σου και τον κόσμο με το δικό Του μέτρο. Θα μείνεις τότε άφωνος από τα κρίματά σου. Και δυο φορές θα μείνεις άφωνος από την υπομονή του Θεού. Πού να βρεις μετά διάθεση και θάρρος ν' ασχοληθείς με τα κρίματα των άλλων! Γι' αυτό σου λέω, η σιωπή θα γεμίσει τη ματιά σου κατανόηση και οικτιρμό για τον εαυτό σου και τον κόσμο.

Θα κερδίσεις όμως και κάτι, ακόμα πιο πολύτιμο: Ξέροντας ποιος είσαι και ποια είναι τα όριά σου, θα σου είναι αδιάφορη η γνώμη των άλλων για σένα. Θα γίνεις άτρωτος στην κατάκριση, ακόμη και στη συκοφαντία. Η συκοφαντία... Να ξέρεις, πριν τις μεγάλες αποφάσεις, το μυαλό πλημμυρίζει από διλήμματα και αμφιβολίες.

Σκοπό μου έβαλα κι εγώ να μην τον σκαναλίσω ποτέ. Ήταν αυτός από τους σπουδαιότερους λόγους της κατοπινής σιωπής μου... [...]

Στρέφεις το πρόσωπό σου και το σκοτεινό δωμάτιο γεμίζει φως και άρωμα μύρου. Συνεχίζεις να μιλάς κι οι λέξεις σου στολίζουν τον κόσμο.

Μάθε να διακρίνεις την καλή πρόθεση. Μάθε να κατανοείς, να αγαπάς και να δοξολογείς. Κι όχι μόνο για σήμερα. Για την κάθε ημέρα της ζωής σου, το κάθε τι γύρω σου να γίνεται αιτία δοξολογίας στον Θεό.

Άντε, στο καλό! (Συνομιλία Αγίου Νεκταρίου)

Tuesday, January 5, 2016

Λόγος προτρεπτικός για τη μετάνοια και στο ρητό του αποστόλου ( Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος )


Λόγος προτρεπτικός για τη μετάνοια και στο ρητό του αποστόλου «αυτούς που προγνώρισε, τούτους και προόρισε». Ακολουθεί απόσπασμα.
«…Άνθρωποι, γιατί δεν σκέπτεσθε αυτά που σας σώζουν αλλά εκείνα που σας καταστρέφουν, και εκλέγοντας τα δυσνόητα χωρία της Θεόπνευστης Γραφής τα παρερμηνεύετε και τα διαστρεβλώνετε και τα αντιλαμβάνεσθε πρός απώλεια σας; […]
Πράγματι, κι ακόμη κάποιος είναι τελώνης, ή πόρνος, ή μοιχός, ή φονεύς, ή οτιδήποτε άλλο, δεν τον αποστρέφεται ο Δεσπότης, αλλά σηκώνει το φορτίο των αμαρτημάτων του, και τον αποδεικνύει εκείνον πάλι ελεύθερο. Και πώς σηκώνει το φορτίο του; Όπως εσήκωσε κάποτε και του παραλυτικού, λέγοντας του· «τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (ΜΘ. 9.2), κι αμέσως ανακουφίσθηκε από το βάρος και απέκτησε την θεραπεία του σώματος του. […]
Και αφού έγινε άνθρωπος ήλθε για σένα εκεί που βρίσκεσαι κατάκοιτος· και καθημερινά σε επισκέπτεται πολλές φορές, άλλοτε αυτός ο ίδιος και άλλοτε με τους δούλους του, και σε παρακαλεί να σηκωθείς από εκεί όπου είσαι πεσμένος και να τον ακολουθήσεις κατά το ανέβασμα του προς την Βασιλεία των Ουρανών και να εισέλθεις μαζί του σ’αυτήν. Και όμως δεν θέλεις. Πες μου λοιπόν, ποιός είναι αίτιος της απώλειας σου και της παρακοής σου; Ποιός είναι αίτιος, εσύ που απειθείς και δεν θέλεις ν’ακολουθείς τον Δεσπότη σου, ή ο Θεός που σ’έπλασε, διότι ως προγνώστης εγνώριζε ότι δεν θα υπακούσεις σ’αυτόν, αλλά θα επιμένεις στην σκληρότητα και την αμετανόητη καρδιά σου; Νομίζω οπωσδήποτε πώς θα είπεις, ότι δεν εκείνος αίτιος, αλλά εγώ ο ίδιος. Διότι δεν είναι αιτία της δικής σου σκληρότητας η πρόγνωση του Θεού, αλλά η δική σου απείθεια.
Πράγματι, προγνωρίζει τα πάντα, και τα παρελθόντα και τα παρόντα μαζί, και όσα πρόκειται να γίνουν μέχρι τη συντέλεια, κι έτσι τα βλέπει αυτά ως ήδη υπάρχοντα· διότι τα πάντα υφίστανται γύρω από αυτόν και μέσα σ’αυτόν. Συμβαίνει ότι ακριβώς και σήμερα σε θέατρο, όπου ο βασιλεύς βλέπει συγχρόνως αυτούς που τρέχουν και πυγμαχούν, αλλά ούτε για τους νικητές γίνεται αίτιος της νίκης τους ούτε για τους ηττημένους αίτιος της ήττας τους, αλλά η προσπάθεια των αγωνιζομένων, ή αντίθετα η αποχάυνωση τους, είναι αιτία της νίκης ή της ήττας τους· έτσι σκέψου, παρακαλώ, ότι γίνεται και με τον ίδιο τον Θεό.Πράγματι, μας ετίμησε με το αυτεξούσιο, μας έδωσε εντολές που μας διδάσκουν το πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε πρός τους αντιπάλους και αφήνει τον καθένα αυτοπροαιρέτως ή να αντιστέκεται και να νικά τον εχθρό ή να αποχαυνώνεται και να ηττάται ελεεινώς από αυτόν.
Και δεν μας αφήνει μόνους μας, διότι γνωρίζει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως, αλλά κι εκείνος ο ίδιος μας συμπαραστέκεται, συμμαχεί μ’εκείνους βεβαίως που διαλέγουν να πολεμούν και μας παρέχει μυστικώς δύναμη, και την νίκη εναντίον του εχθρού αυτός την απεργάζεται παρά εμείς. Πράγμα το οποίο ο επίγειος βασιλιάς δεν μπορεί να το κάνει· διότι είναι αυτός αδύναμος άνθρωπος και χρειάζεται μάλλον και ο ίδιος τους υπηκόους, όπου τους χρειαζόμαστε κι εμείς.
Ο Θεός βέβαια, όντας ισχυρός και αήττητος, συμμαχεί μ’εκείνους που θέλουν να πολεμούν αυτοπροαιρέτως, όπως ελέχθηκε, με τον εχθρό και τους καθιστά νικητές του πονηρού διαβόλου· εάν όμως δεν θέλουν, δεν τους αναγκάζει να πολεμούν ή να παλεύουν και να τρέχουν, ώστε μή τυχόν το αυτεξούσιο της κατ’εικόνας λογικής μας φύσεως διαβρωθεί και μας οδηγήσει στην τάξη των αλόγων. Έτσι λοιπόν ο Θεός μας βλέπει σαν να είμαστε σε θέατρο, όπως ακριβώς βέβαια και ο επίγειος βασιλεύς, όπως ελέχθηκε, κοιτάζει τους αγωνιστές στο θέατρο. Αλλά ο επίγειος δεν γνωρίζει από πριν εκείνους που πρόκειται να ηττηθούν ή να νικήσουν, εάν δεν ιδεί την έκβαση και των δύο, και προετοιμάζει βέβαια τους στεφάνους, δεν γνωρίζει όμως σε ποιούς θα τους προσφέρει. Ο επουράνιος όμως Βασιλεύς γνωρίζει ακριβώς πρό των αιώνων και τους δύο. Γι’αυτό και προς αυτούς που του εζήτησαν να καθίσουν εκ δεξιών και εξ αριστερών στην δόξα του τους έλεγε· «οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται» (ΜΘ.20.23). [..]
Επομένως αίτιος της νίκης δεν είναι το γεγονός ότι ο Θεός προγνωρίζει αυτούς που εκ προαιρέσεως και σπουδής πρόκειται να νικήσουν, όπως πάλι αίτιο της ήττας δεν είναι το ότι προβλέπει αυτούς που θα πέσουν και θα νικηθούν· αλλά η προθυμία, η πρόθεση και η ανδρεία του καθενός μας αυτή είναι πρόξενος της νίκης, ενώ η απιστία, η ραθυμία, η αμέλεια και η αποχαύνωση, είναι αιτία της ήττας και της απώλειας μας. Ας μή λέγομε λοιπόν, επαναπαυόμενοι στην φιλόκοσμη και φιλήδονη κλίνη «όσους προγνώρισε ο Θεός, αυτούς και προόρισε», χωρίς να αισθανόμαστε αυτό που λέμε. Ναι, πράγματι προγνώρισε εσένα τον αμελή, τον ανυπάκουο και ράθυμο, δεν πρόσταξε όμως ούτε όρισε εσύ που επιθυμείς να μή έχεις εξουσία να μεταμεληθείς ή να ανυψωθείς ή να πεισθείς. Όμως εσύ, λέγοντας αυτό, αποκαλείς φανερά τον Θεό ψεύτη. Διότι, ενώ εκείνος είπε, «δεν ήλθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους αλλά τους αμαρτωλούς», εσύ από ραθυμία μή επιθυμώντας να μεταστραφείς ή να μεταμεληθείς από την κακία σου, αντιλέγεις σ’αυτόν και ισχυρίζεσαι ότι ψεύδεται ο αψευδής, αφού προφασίζεσαι τέτοια πράγματα.
Όσοι, λέγει, πρόκειται να μετανοήσουν είναι προορισμένοι, ενώ εγώ δεν ανήκω σ’αυτούς. Γι’αυτό ας μετανοήσουν εκείνοι, αυτοί δηλαδή που προγνώρισε, κι αυτοί που προόρισε. Πω πω αναισθησία! Αλλά, ω ψυχή παρανοϊκή και χειρότερη κι από αυτούς τους δαίμονες! Πότε ακούσθηκε από εκείνους τέτοιος λόγος; Πού ακούσθηκε ποτέ ότι ο δαίμων είπε πώς ο Θεός είναι αίτιος της δικής του απωλείας; Ας μή κατηγορούμε λοιπόν τους δαίμονες· διότι νά, η ψυχή του ανθρώπου επινοεί χειρότερες βλασφημίες από εκείνους».
Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ΕΠΕ 19Β

Όταν ανέβηκε η Θεομήτωρ στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, έγειραν τα δέντρα και την προσκύνησαν.


Όταν ανέβηκε η Θεομήτωρ στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, έγειραν τα δέντρα και την προσκύνησαν. Κατά την γενική αγιορείτικη παράδοση, η Κυρία Θεοτόκος με τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, ταξίδευε με πλοίο από την Παλαιστίνη στην Κύπρο, για να επισκεφτεί τον Άγιο Λάζαρο (τον αναστημένο εκ νεκρών). Λόγω όμως μεγάλης τρικυμίας και με υπερφυσικό τρόπο, το πλοίο βρέθηκε στον Άθω και συγκεκριμένα στο λιμάνι του Κλήμεντος στη Μονή Ιβήρων.
Εκεί οι κάτοικοι του Άθω, οδηγούμενοι από τη θεία Πρόνοια, έσπευσαν να υποδεχθούν την μητέρα του Κυρίου μας Παναγία και αφού άκουσαν τη διδασκαλία της δέχθηκαν το Χριστιανισμό. Λέγεται επίσης από την παράδοση, ότι όταν πλησίαζε το πλοίο της Παναγίας το Άγιο Όρος, καταστράφηκε το μεγάλο άγαλμα του Διός που βρισκόταν στην κορυφή του Όρους και τα υπόλοιπα είδωλα συνετρίβησαν. Η κορυφή του Άθω και όλα τα δέντρα και τα σπίτια έκλιναν και προσκύνησαν προς το μέρος του λιμανιού του Κλήμεντος όπου έμπαινε το καράβι της Παναγίας.

Την άφιξη της Θεοτόκου στο Όρος αναφέρουν οι κώδικες Λ’ 66 και Ι’ 31 της Λαυριώτικης βιβλιοθήκης.
Όταν οι απόστολοι έβαλαν κλήρο τις περιοχές στις οποίες θα κηρύξουν, ζήτησε και η Παναγία να πάρει κλήρο για να κηρύξει το ευαγγέλιο. Ο κλήρος έδειχνε την περιοχή Ιβηρίαν. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ όμως παρουσιάστηκε και είπε στην Παρθένο ότι η πραγματική περιοχή στην οποία θα βρεθεί θα είναι η Μακεδονία και το Όρος Άθως. Όταν μπήκε το καράβι στο λιμάνι και έγινε μεγάλη αναταραχή στο Όρος, τότε οι κάτοικοι ήρθαν και ρωτούσαν τον Ιωάννη, πως έγιναν όλα αυτά και από ποιά δύναμη. Και αυτός τους εξήγησε και τους κύρηξε τον λόγο του Θεού μιλώντας τους στα Ελληνικά, ενώ ήταν Εβραίος.
Η Παναγία ευχαριστημένη από την ομορφιά του Όρους και τον κλήρον που της δόθηκε, προσευχήθηκε στον Χριστό λέγοντας:

“Υιε μου και Θεέ μου, ευλόγησον τον τόπον τούτον και κλήρον μου. Και επίχεον επ’ αυτού το έλεος σου και φύλαξον αβλαβή ως της συντελείας του αιώνος τούτου και τους κατασκηνούντας εν αυτώ, δια το όνομα σου το Άγιον και Εμόν, ώστε δια μικρού κόπου και αγώνος της μετανοίας αφεθήναι αυτής αμαρτήματα αυτών. Έμπλησον αυτούς παντός αγαθού και αναγκαίου εν τω αιώνι τούτω και ζωής αιωνίου εν τω μέλλοντι καταξίωσον, δοξασον υπέρ πάντα τόπον, τον τόπον τούτον και θαυμάστωσον παντοιοτρόπως, πλήρωσον αυτόν εκ παντός έθνους των υπό τον Ουρανόν, των κεκλημένων τω ονόματι Σου και πλάτυνον τα σκηνώματα εν αυτώ από άκρον εως άκρου αυτού. Απάλλαξον αυτούς της αιωνίου κολάσεως και σώσον εκ παντός πειρασμού, ορατών και αοράτων εχθρών και πάσης αιρέσεως και ειρήνευσον τω ορθοδόξω δόγματι.“
Τότε ακούστηκε φωνή από τους Ουρανούς που έλεγε:

“Όσα ήτησας και προσεύξω Μήτερ μου, ούτως έσται Σοί πάντα, εάν και αυτοί τα εντάλματά μου φυλάξωσιν! Από του νύν και εξής έστω ο τόπος ούτος κλήρος Σός και περιβόλαιον Σόν και Παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτηρίας των θελόντων σωθήναι, αλλά και προσφυγή και καταφύγιον και ατάραχος λιμήν της μετανοίας των πεφορτισμένων με πολλάς αμαρτίας.“


(Απο το βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ)

Saturday, January 2, 2016

Πρόσεχε τον εαυτό σου από την μητέρα των κακών, την φιλαυτία....( Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού )

Πρόσεχε τον εαυτό σου από την μητέρα των κακών, την φιλαυτία, η οποία είναι μια παράλογος αγάπη προς το σώμα. Από αυτήν γεννώνται δικαιολογημένα οι πρώτοι και εμπαθείς και γενικώτατοι λογισμοί, δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της κενοδοξίας. Οι λογισμοί αυτοί σχηματίζονται με αφορμή τις απαραιτήτους, δήθεν, ανάγκες του σώματος, και από αυτούς γεννώνται όλα τα κακά…
Πρέπει λοιπόν, νά προσέχομε και κατ’ ανάγκην να πολεμούμε την φιλαυτία με πολλή επαγρύπνηση διότι όταν αυτή εξουδετερωθεί, αχρηστεύονται και όλοι οι λογισμοί πού γεννώνται από αυτήν. Τό πάθος της φιλαυτίας σιγοψιθυρίζει στον νου του Μοναχού ότι, απλώς, λυπείται το σώμα και τον παρακινεί νά ενδιαφέρεται περισσότερο από όσο πρέπει γιά την καλή τροφή, χάριν οικονομίας δήθεν και κυβερνήσεως του σώματος έτσι, σιγά-σιγά, παρασύρεται ώστε νά πέσει στον βόθρο της φιληδονίας. Στον κοσμικό εμβάλλει τον λογισμό νά φροντίζει περισσότερο γιά τον εαυτό του και νά ικανοποιεί τις επιθυμίες του.
Από τά πάθη άλλα μεν οδηγούν την ψυχή στην ακολασία, άλλα στο μίσος και άλλα στην ακολασία και μίσος μαζί. Η πολυφαγία και καλοφαγία προξενούν ακολασία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία γεννούν το μίσος προς τον πλησίον. Η μητέρα δε αυτών, η φιλαυτία, είναι η αιτία που δημιουργεί και τα δύο• Σε αυτήν την φιλαυτία αντίθετος είναι η αγάπη και η εγκράτεια. Εκείνος λοιπόν που νικάται από την φιλαυτία, έχει στην ψυχή του όλα τα πάθη. «Κάνεις δεν εμίσησε την σάρκα του, λέγει ο Απόστολος Παύλος,  αλλ’ όμως την βασανίζει και την μεταχειρίζεται ως δούλο, χωρίς να της παρέχει τίποτα περισσότερο εκτός από διατροφή και σκεπάσματα και αυτά μόνον όσα είναι απαραίτητα γιά τήν διατήρηση της ζωής. Έτσι λοιπόν αγαπά κανείς χωρίς πάθος την σάρκα του ως υπηρέτρια του Θεού την διατρέφει και την ζεσταίνει τόσον μόνον όσο χρειάζεται για την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών αυτής.
Όποιον αγαπά κανείς, εκείνον προ παντός φροντίζει να περιποιείται, αν λοιπόν κανείς αγαπά τον Θεό, φροντίζει οπωσδήποτε να πράττει και όσα ευχαριστούν τον Θεό αν, πάλι, αγαπά την σάρκα αυτήν, τότε εκτελεί εκείνα πού τήν ευχαριστούν. Στον Θεό αρέσει αγάπη και σωφροσύνη και θεωρία και προσευχή, ενώ στην σάρκα αρέσουν η λαιμαργία, η ακολασία και όσα αυξάνουν αυτά τα πάθη, γι’ αυτό οι φιλόσαρκοι δεν ημπορούν να αρέσουν στον Θεό. «Οι αληθινοί μαθητές του Χριστού έχουν σταυρώσει τον σαρκικό άνθρωπο, μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίας» (Γαλ. ε’, 24). Ο νους αν μεν στραφεί προς τον Θεό, έχει δούλο το σώμα και δεν του παρέχει τίποτα περισσότερο από όσα είναι απαραίτητα για την ζωή. Αν, πάλιν, στραφεί προς την σάρκα, τότε υποδουλώνεται στα πάθη και επιθυμεί συνεχώς να φροντίζει γι’ αυτήν.

Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού

Αββά Σέργιο του Σινα και το λιοντάρι στο δρόμο


Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι:
» Όταν έμενε στο Σινά., ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μιά μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει:
– Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε.

Αφού πήρε το λιοντάρι την τροφή, έφυγε».

Γεροντικό